Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ



Η Πέρσα ζήτησε να πηγαίνουν, γιατί δεν αισθανόταν καλά, οπότε σηκώθηκαν όλοι να φύγουν. Ο Τόνι άφησε την Πέρσα απέξω από το σπίτι της και συνέχισε πάντα σιωπηλός για το σπίτι της Βερονίκης. Μόλις έφτασαν, έσβησε τη μηχανή, γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε με κρύο βλέμμα.
- Ξέρεις ποιος ήταν αυτός; τη ρώτησε.
- Για ποιον μιλάς; Δεν καταλαβαίνω.
- Γι' αυτόν με τον οποίον χόρεψες.
Ένα δυσάρεστο προαίσθημα, σαν ριπή παγωμένου αέρα, την έκανε να ανατριχιάσει.
- Φίλος σου. Εσύ έτσι μου τον σύστησες.
- Και πώς ήθελες να σου τον συστήσω; Από δω το μεγαλύτερο καμάκι του νησιού; Και να σκεφτείς, έβαλα στοίχημα μαζί του ότι θα αρνιόσουν να χορέψεις! 
- Έναν χορό μόνο. Κι αυτό γιατί σκέφτηκα πως έτσι έπρεπε να κάνω. Δεν ήθελα η Πέρσα... Σαστισμένη η Βερονίκη προσπαθούσε να εξηγήσει.



- Η Πέρσα... Άφησε την Πέρσα ήσυχη! Τη διέκοψε με οργισμένη ειρωνεία. Ακούμπησε τους αγκώνες στο τιμόνι, στήριξε το μέτωπό του στις παλάμες και σχεδόν μονολόγησε χαμηλόφωνα:
- Πώς μπόρεσες να φερθείς τόσο επιπόλαια;
- Επιπόλαια; Η Βερονίκη, εμβρόντητη, επανέλαβε σαν ηχώ.