Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

THE BUZZ OF THE BEE

For my daughters

Many little bees hidden on that tree... 
A street in Monte Carlo
(Photo: Angeliki Bouliari)

Do not slide, just climb up.

Do not dive, to reach the dark.
Just gently swim among your feelings.
Let them caress you and take you far.
Let them kiss you and show you who
you really are.

Watch ecstatic the bleeding sunset,
the transient glory,
the tragic disappearance.
But love warmly the early dawn,
the morning dew 
on the cool green leaves.

Get sad with the autumn naked trees.
You can even let your tears drop.
But let them feed you with the hope
of that first newborn bee,
on the flower of your plant,
in the pot at your window-sill.
Can you hear the happy buzz of the bee?
Can you share this song with me?






Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ


Υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που κάνουν συχνά οι δημοσιογράφοι σε διάφορες γνωστές ή διάσημες, όπως τις λέμε τώρα, προσωπικότητες. (Κάποτε διάσημος σήμαινε διεθνής και αξιόλογη καριέρα).
Μέσα σ΄αυτές είναι: "Ποιο είναι το μεγαλύτερο ελάττωμά σου;"
Εκεί συχνά ο ερωτώμενος απαντάει μ' ένα γενικά θεωρούμενο προτέρημα του χαρακτήρα του. Για παράδειγμα, "η γενναιοδωρία", (έτσι αφήνει υπόνοιες ότι τον εκμεταλλεύονται), ή "η ειλικρίνεια" (κι εδώ πάλι αφήνει υπόνοιες ότι πληρώνει το θάρρος της ειλικρίνειάς του χάνοντας φιλίες και συνεργασίες).

Σπάνια ακούω-διαβάζω ότι κάποιος είπε: "Βρίζω. Όταν θυμώνω, κατεβάζω καντήλια. Λέω ψέματα. Τεμπελιάζω. Σιχαίνομαι την καθαριότητα. Είμαι φιλοχρήματος/η. Είμαι εγωκεντρικός/ή. Ξεχνάω τους άλλους".
(Τις παραπάνω ιδιότητες και αντιδράσεις, φυσικά, μπορεί να τις έχει ο οποιοσδήποτε από μας, λίγο-πολύ, απλά τώρα εννοούμε ότι υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό ή δεν τιθασεύονται).

Μετά υπάρχει μια άλλη ερώτηση: "Τι σε φοβίζει;"
Κι εδώ, πάλι, ο ερωτώμενος συνήθως στρέφεται προς τους άλλους και απαντάει:
"Η κακία, η οργή, ο πόλεμος, η αδιαφορία", και άλλα.
(Ο ίδιος μπορεί να είναι πολεμοκάπηλος ή αμοραλιστής ή αδιάφορος προς συγγενείς και φίλους, κι όμως λέει ότι τον φοβίζουν ακριβώς αυτά...)

Τι θέλω να πω;
Όχι, ότι όταν μας ρωτάνε κάτι τέτοιο, όλοι ψάχνουμε -και καλά κάνουμε- τον καλύτερο εαυτό μας, και παρουσιάζουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, μια ωραία και συμπαθητική εικόνα του...
Όχι, δεν θέλω να πω αυτό, ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτό...

Όταν ήμουν λιγότερο ώριμη απ' όσο είμαι σήμερα, άκουγα τους ψυχολόγους, ψυχαναλυτές, ψυχοθεραπευτές και λοιπούς της ψυχής ειδικούς, να λένε ότι "Οι άλλοι είναι ο καθρέφτης μας" και δυσκολευόμουν να το εννοήσω. Πώς είναι ο καθρέφτης μας, δηλαδή; Πώς γίνεται να είμαστε ίδιοι; 





Με τον καιρό όμως, νομίζω πως κατάφερα να βρω μια άκρη:
Οι άλλοι και αυτά που αντιπαθούμε ή φοβόμαστε σ' αυτούς, είναι ένας καθρέφτης που μας δίνει την ευκαιρία να κοιταχτούμε εμείς οι ίδιοι με προσοχή και να δούμε μήπως αυτά τα ενοχλητικά συναισθήματά μας πηγάζουν από μας πρώτα απ' όλα.
Είναι μια ευκαιρία να κάνουμε την αυτοκριτική μας, την αυτογνωσία μας. Είναι μια ευκαιρία να αναρωτηθούμε: Μήπως κάνουμε ό,τι κι εκείνοι; Μήπως κάνουμε αυτά που δεν θέλουμε να μας κάνουν; Μήπως λέμε αυτά που δεν θέλουμε να μας πουν; Μήπως φερόμαστε όπως μας πληγώνει να μας φέρονται;

Γιατί, πολλές φορές νομίζουμε ότι είμαστε διαφορετικοί, ξεχωριστοί, εντελώς ανόμοιοι με τους άλλους, "εμείς ποτέ δεν θα το κάναμε αυτό"... Κι όμως, είμαστε όλοι άνθρωποι και συχνά μια λεπτή τρίχα μόνο μας χωρίζει από το να φερθούμε σαν κι εκείνους, να γίνουμε ένα μαζί τους. Αρκεί μια ελάχιστη μετατόπιση και βρεθήκαμε εκεί, ανάμεσά τους, μαζί τους, ίδιοι τους...

Μια φορά, όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά, τα μάλωσα άσχημα. Όταν πήγα στο μπάνιο να ρίξω νερό στο πρόσωπό μου, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Κι εκεί, είδα τη... μητέρα μου!



Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΕΓΓΥΗΘΕΙ ΠΩΣ ΔΙΑΛΕΞΕΣ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ...

"Τι άλλο να σου πω, Βερονίκη;" ρωτάει ο Ευαγγελίδης, κοιτώντας την κατάματα. "Η ζωή σου είναι στα χέρια σου, έτσι όπως τώρα εγώ κρατάω τα χέρια σου στα δικά μου. Έχεις το δικαίωμα να αλλάξεις γνώμη! Ξέχασε τα δεσμά της μικρής ηλικίας. Πέταξε τα παιδικά πιστεύω στα σκουπίδια. Είναι καιρός να γκρεμίσεις τα είδωλα του παρελθόντος, να πάψεις να ζεις με φαντάσματα. Οι γονείς σου έχουν τη δική τους ζωή, έχουν κάνει τις δικές τους επιλογές. Καιρός να κάνεις κι εσύ τις δικές σου, με το όποιο κόστος...
Και να θυμάσαι, σ' έναν γάμο ο καθένας αξίζει μια ειλικρινή σχέση, έναν σύντροφο που να τον αγαπάει πραγματικά κι όχι κάποιον που να μένει μαζί του για άλλους, δικούς του λόγους...
Η συνήθεια, η υποχρέωση ή το συμφέρον είναι προσβολή και για τους δύο."

"Δεν μπορώ να τους το κάνω αυτό..."

"Μπορείς! Αφουγκράσου την καρδιά σου! Πάντα υπάρχουν σημάδια, παντού υπάρχουν μηνύματα, αρκεί να μην τα αγνοήσεις. Και μετά, διάλεξε!"

"Δεν μπορώ να διαλέξω, δεν ξέρω να διαλέγω..."

"Μπορείς. Κι ό,τι δεν ξέρεις, θα το μάθεις με τον καιρό. Αλλά αυτή τη στιγμή φοβάσαι να διαλέξεις, φοβάσαι να είσαι ο εαυτός σου, φοβάσαι να είσαι ελεύθερη... Και ξέρεις γιατί;"

"Γιατί;"

"Γιατί κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί πως αυτό που θα διαλέξεις θα αποδειχτεί το καλύτερο. Μπορεί να καταλήξεις εντελώς μόνη. Το δυσκολότερο είναι να αποφασίσεις, έχοντας μπροστά σου αυτή την τρομαχτική προοπτική... Να τα χάσεις όλα κάποια στιγμή, και τον έρωτα και τη φιλία και την αγάπη. Γι' αυτό, εκτός από αρετή, θέλει και τόλμη η ελευθερία..."

"Δεν μπορώ να είμαι μόνη. Φοβάμαι το σκοτάδι, το παρελθόν..."

"Γι' αυτό θα πετάξεις το παρελθόν στη φωτιά. Για να μη σε βαραίνει, να μη σε τυραννάει. Κι έπειτα, να θυμάσαι ότι, όπως και να έρθουν τα πράγματα, θα υπάρχεις πάντα εσύ, κι εσύ θα μπορείς, πάντα, να κάνεις μια καινούργια αρχή!"


Ένιωσε τα δάχτυλά της να χαϊδεύουν τις απαλές, βαμβακερές μπλούζες του. Ό,τι άγγιζε τη σάρκα του ήταν από βαμβάκι, ήταν αλλεργικός στα άλλα υφάσματα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και το άρωμά του τη ζάλισε. 
Θυμήθηκε την πρώτη τους φορά στον πύργο, πόσο σίγουρη ήταν τότε ότι αυτόν περίμενε όλη της τη ζωή, πως όλα είχαν γίνει για να οδηγηθεί σ' εκείνον, πόσο βέβαιη ήταν και για τη δική του ανταπόκριση. Της φαινόταν πως θα μπορούσε να περάσει όλη της τη ζωή κοιτάζοντας αυτά τα μάτια, φιλώντας αυτά τα χείλη, ακουμπώντας σ' αυτό το κορμί. 
Μα ύστερα ένιωσε στο μπράτσο της τον πόνο από τα δάχτυλά του, εκείνη τη βραδιά στο Take Seven, στις καλαμιές, και κατάλαβε γιατί είναι πιο δύσκολο να φεύγεις, όταν δεν υπάρχει κανείς για να σε περιμένει...

"Η Αγάπη φυλαχτό", Αγγελική Μπούλιαρη-Αργυράκη, Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες


Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:


 http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/egw-agapw-auth-kapnizei.html














Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

"ΣΟΥ ΧΡΩΣΤΑΩ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ, ΛΟΙΠΟΝ..." (Αφιερωμένο...)


Η ΛΑΜΨΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ, ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΧΡΩΜΑ


"Έλα", είπε απαλά η Αθηνά. "Αυτό ήταν, τελείωσε. Φεύγουμε!"
Της έσφιξε ελαφρά το μπράτσο, γύρισε και την κοίταξε, της χαμογέλασε για να της δώσει κουράγιο και με το ελεύθερο χέρι έδειξε το φωτεινό τετράγωνο της πόρτας μπροστά τους που έβλεπε στη Λεωφόρο.
Η Άνθια κοντοστάθηκε στο κεφαλόσκαλο σαστισμένη. Τα μάτια της, συνηθισμένα τόσες μέρες στο ήμίφως  του διαδρόμου, έκλεισαν απότομα για μια στιγμή, μόλις τα χτύπησε ο εκτυφλωτικός, μεσημεριάτικος ήλιος του Αυγούστου. Στ' αυτιά της έφτασε το απόκοσμο, θαρρείς, βουητό της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, ένα κίτρινο τρόλεϊ σύρθηκε αργά μπροστά στα μάτια της, με τις υπομονετικές κεραίες του να το καθοδηγούν στοργικά, ένα πολύχρωμο πλήθος ανθρώπων περίμενε καρτερικά στη στάση για το επόμενο μεγαλόψυχο μέσο συγκοινωνίας.
"Πόσο λαμπερός ο ήλιος! Πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ!" αναφώνησε, ξαφνιασμένη σαν παιδί, σχεδόν εκστατική.
Είχε ξεχάσει τη βουή του δρόμου, τη λάμψη του ήλιου, το κίτρινο χρώμα!
Όλα παλιά, πολύ παλιά και λησμονημένα, η ίδια η ζωή, παλιά και λησμονημένη, σαν τρενάκι που βγαίνει από το σκοτάδι του τούνελ στο φως, ερχόταν ξανά προς το μέρος της για να την συναντήσει.
"Μας καρδιοχτύπησες όλους πολύ, το ξέρεις;" ρώτησε η Αθηνά, καθώς περίμεναν για ταξί.
"Το φαντάζομαι", ψιθύρισε η Άνθια και κατέβασε ντροπαλά τα μάτια.
"Όχι, δεν μπορείς να φανταστείς... Ο γιατρός είπε πως είχες πενήντα τοις εκατό πιθανότητες να μείνεις... φυτό", είπε αργά και σοβαρά η Αθηνά.
"Φυτό!" τινάχτηκε τρομαγμένη σα να την τσίμπησε σκορπιός.
"Κι όμως... Ήσουν στο όριο μεταξύ ζωής και θανάτου, όπως τα ξέρουμε, και συνάμα στο όριο μεταξύ κανονικής ζωής και ζωντανού θανάτου..."
Της ήρθε κάτι σαν ζάλη, σαν σκοτοδίνη. Όχι, αυτό δεν το είχε σκεφτεί, δεν ήξερε καν πως υπήρχε αυτή η πιθανότητα. Ήξερε μόνο πως ή γλιτώνεις ή πεθαίνεις κι εκείνη είχε πάρει όλα τα χάπια, για να είναι σίγουρη για το δεύτερο. Φυτό; Ζωή χωρίς το μυαλό της; Και η παραμικρή απώλεια ελέγχου του λογικού της την πανικόβαλε, πόσο μάλλον η εικόνα ενός φυτού, σε πολυθρόνα ίσως...


Ανατρίχιαζε η Άνθια και σκεφτόταν πόσο φρικτό ήταν να χάνει κάποιος τα λογικά του, τον έλεγχο του εαυτού του, να βρίσκεται στο έλεος των άλλων. Το είπε στην Αθηνά.
"Μα εσύ δεν θα καταλάβαινες τίποτα, καλή μου", είπε εκείνη σκεφτική. "Ο πόνος θα ήταν για μας που θα σε βλέπαμε..."
"Δεν θα μ' άφηνες να καταντήσω έτσι, δεν θα άφηνες να ζω μ' αυτόν τον τρόπο, δεν είναι έτσι; Πες μου!" Σχεδόν την ικέτευε να απαντήσει.
Η Αθηνά της χαμογέλασε ενθαρρυντικά. Ποιος ο λόγος να της πει τώρα πως δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα σ' αυτή την τρομαχτική περίπτωση;
"Τώρα είσαι ζωντανή και υγιής. Αυτό έχει σημασία, αυτό να σκέφτεσαι!"
Ναι, αυτό ήταν το μόνο που σκεφτόταν.
"Σου χρωστάω τη ζωή μου, λοιπόν..."
"Χρωστάς στον εαυτό σου να ζήσεις..."

Απόσπασμα από το βιβλίο: "Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ"