Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

ΔΕΝ ΜΕΤΡΑΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΑΤΙΜΩΡΗΤΑ, ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ…

                                                      
Απόσπασμα από τη νουβέλα "Εγώ αγαπώ, αυτή καπνίζει", που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο:

Παρασκευή, 13 Οκτώβρη

Αγάπη πόσο δύσκολη είσαι!
Πόσα πολλά ζητάς!


Αυτήν ακριβώς την απαιτητική φύση της αγάπης σκέφτομαι, καθώς ψηλά από το διαμέρισμά μας στον έκτο όροφο, στέκομαι χαμένη ανάμεσα στην πρασινάδα των φυτών στη βεράντα, κι αφήνω το βλέμμα μου να ζητήσει παρηγοριά στη γαλάζια αγκαλιά που απλώνει ο κόλπος μεγαλόψυχα μπροστά μου.

Το ηλιοβασίλεμα είναι υπέροχο, με τον ήλιο, δίσκο πορφυρό, να δύει στο άνοιγμά του, να βυθίζεται στη θάλασσα, να χάνεται. Μερικές φορές μοιάζει με τη φημισμένη δύση του νησιού της Σαντορίνης! Απόψε είναι μια απ’ αυτές τις φορές.

Η σκέψη σου περνάει πάντα από το μυαλό μου αυτήν την ώρα. Φαντάζομαι ότι κι εσύ βλέπεις μια θαυμάσια δύση του ήλιου στο ποτάμι, ίσως ομορφότερη απ’ αυτή που βλέπω εγώ τώρα, κι εύχομαι, επιθυμώ, λαχταρώ να έχεις τα ίδια συναισθήματα με μένα, θέλω να με σκέφτεσαι!

Στα αυτιά μου φτάνει ένα βουητό που μου αρέσει, ο θόρυβος των αυτοκινήτων από την παραλιακή οδό μπροστά μου. Μα πιο πολύ απ’ όλα μου αρέσει αυτή η ώρα, όταν ο ήλιος έχει μόλις δύσει, και δεν είναι βράδυ ακόμα, οι φανοστάτες ανάβουν, ο ουρανός είναι σκούρος, πιτσιλισμένος με μια κοκκινωπή σκόνη, τα συννεφάκια μαύρες κηλίδες, το φεγγάρι και τα πρώτα αστέρια χρυσαφιά κρέμονται πάνω από τη σκοτεινή θάλασσα…

Είναι η αγαπημένη μου ώρα, η ώρα που η σκέψη ταξιδεύει, η ώρα που η ψυχή ξεπορτίζει…

Σε σκέφτομαι συνέχεια. Μερικές φορές ξεθάβω το κουτί με τις δικές μου, ξεχωριστές αναμνήσεις, βρίσκω τις φωτογραφίες σου και σε φιλώ με τρυφερότητα. Μόνο όμορφα πράγματα έχω να θυμάμαι από σένα. Πόσο με πονάει να αντιλαμβάνομαι ή μάλλον να παραδέχομαι τώρα ότι ταιριάζαμε σε τόσα πολλά και θα περνούσαμε μια όμορφη, γεμάτη ζωή μαζί, όμως δεν ξέρω γιατί, μα κάθε φορά που έφτανε η στιγμή να πω το ‘ναι’, έκανα πίσω, έβρισκα δικαιολογίες, σε απέφευγα…

Τώρα ξέρω πως φοβόμουν να αγαπήσω, να δεσμευθώ, φοβόμουν πως δεν ήμουν αρκετά καλή για σένα… Γιατί αυτός ο φόβος, αυτός ο πανικός; Άβυσσος όλων η ψυχή και η δική μου μέσα…

Την τελευταία φορά που πήγα να σε αποφύγω, πιάστηκα στο δόκανο και προτού το καταλάβω, βρέθηκα παντρεμένη…

Ήταν αρκετά μεγαλύτερός μου, ευκατάστατος, μου παρείχε σιγουριά και ασφάλεια, με φρόντιζε και με προστάτευε. Νόμιζα πως αυτά ήταν αρκετά για να αναλάβω την ευθύνη του.

Τα πρώτα χρόνια πέρασαν γρήγορα, γιατί είχα πολλά να κάνω, μα και ανώδυνα, γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμη τις πράξεις μου ή μάλλον τα αποτελέσματά τους. Όποτε ερχόσουν στη σκέψη μου, σε απωθούσα με διάφορες δικαιολογίες. Έπρεπε να στηρίξω την απόφασή μου. Βρήκα έναν λόγο να ζω στη δημιουργία της οικογένειας και σαν να πέρασα μια αλυσίδα στα πόδια μου που δεν μπορώ να σπάσω…

Μετά, ο χρόνος κύλισε μ’ έναν παράδοξο τρόπο, έχοντας σταματήσει στην τελευταία μας συνάντηση, στο τελευταίο σου τηλεφώνημα, τότε που με ρωτούσες αν η απόφασή μου ήταν οριστική. Κι ακόμα πιο πίσω, τότε που πίστευα πως μόνο να σε χάσω δεν θα μπορούσα ν’ αντέξω, αλλά κι αυτό τελικά το άντεξα. Οι αντοχές μας είναι φαίνεται μεγαλύτερες απ’ ό,τι υπολογίζουμε, κι εγώ άντεξα να ζω χωρίς εσένα…


Κι όλα αυτά τα χρόνια, το κορμί μου έμεινε πιστό, αρκέστηκε στα νόμιμα, στα καθήκοντα. Δεν ξέρω σε ποιον έμεινα πιστή: Στον άντρα μου ή στον αγαπημένο μου; Δεν ξέρω τι θα ’θελες να είσαι: Ο άντρας μου ή ο αγαπημένος μου; Ή ο κανένας; Ίσως, αυτό να είναι που πάνω απ’ όλα θέλω να μάθω…


Δεν ξέρω πότε ακριβώς άρχισα να προσμένω τη μέρα που θα σε ξαναδώ. Πάντως, δεν είχε περάσει πολύς καιρός αφότου ξεκίνησα τη νέα μου ζωή, κι έγινε απότομα. Σαν κελάρι σκοτεινό η ψυχή μου κι εσύ κλειδωμένο σεντούκι, και πιάνει ξαφνικά δυνατός αέρας, ανοίγει με ορμή την πόρτα και το φως εισβάλλει, παραβιάζοντας τα επτασφράγιστα μυστικά.


Κι από τότε μέχρι τώρα, η καρδιά μου στέκει  πεισμωμένη στο ίδιο σημείο, σε σένα, κι αρνείται να προχωρήσει μπροστά, ενώ το σώμα μου έχει προχωρήσει σ’ άλλους δρόμους και δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσει πίσω.


Δεν υπάρχει τρόπος, πια, να ενώσω την καρδιά με το σώμα, να συμπέσουν στο ίδιο σημείο, στον ίδιο τόπο, στον ίδιο χρόνο…


Νοιώθω να σ’ αγαπώ! Σ’ αγαπώ; Έτσι λέει η καρδιά μου, που πονάει με την ίδια ένταση, κάθε φορά στη σκέψη σου. Κι ακόμα λέει πως και στη δική σου καρδιά είμαι κάτι ξεχωριστό. Είμαι; Αλλά, πώς να της έχω εμπιστοσύνη;


Η καρδιά πιστεύει αυτά που θέλει να πιστέψει…


 Προειδοποιώ τον εαυτό μου πως μπορεί να μην έχει μείνει τίποτε απολύτως από εκείνη την αγάπη. Τον προετοιμάζω πως αυτό το ταξίδι είναι ένα μαχαίρι δίκοπο, σαν και την αγάπη, αλλά δεν είναι πρόθυμος να μ’ ακούσει.


Τώρα που βρήκα το κουράγιο να παραδεχτώ τα σφάλματά μου, το θάρρος να με αποδεχτώ, θέλω να σε δω, να σου μιλήσω. Θέλω μόνο ν’ αποκαταστήσω τη χαμένη τιμή της αγάπης μου, δεν θέλω να κερδίσω ή να διεκδικήσω οτιδήποτε. Πώς θα μπορούσα άλλωστε;


Δεν μετράει κανείς, ατιμώρητα, το χρόνο διαφορετικά από τους άλλους…


Θα ήταν κρίμα να διαπιστώσω ότι δεν ήμουν σημαντική για σένα, ότι μ’ έχεις ξεχάσει ολότελα και δεν σου θυμίζω τίποτε, όμως αυτό κατά κάποιο τρόπο θα μ’ ελευθέρωνε. Θα ήταν επίσης κρίμα ν’ ανακαλύψω ότι δεν σ’ αγαπώ πραγματικά, ότι δεν ήσουν ο ένας μου, ότι όλα αυτά τα χρόνια αγαπούσα ένα ψέμα, μια φαντασίωση. Μα, πιο κρίμα θα ήταν η ίδια η διαπίστωση πως έζησα μια ολόκληρη ζωή, χωρίς να έχω γνωρίσει την αγάπη, χωρίς να έχω, εγώ, αγαπήσει… Αλλά θα τη δεχτώ. Αν αυτή είναι η αλήθεια, θα τη δεχτώ…

    Θέλω να μάθω, να λυτρωθώ!