Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ της Αγγέλας Γαβρίλη για το βιβλίο "ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΗ ΚΑΠΝΙΖΕΙ"

Από την Αγγέλα Γαβρίλη, στο Diavasame.gr



 Pause

 Έχοντας διαβάσει το εμβληματικό «Ουώλντεν ή Η ζωή στο δάσος» του Θορώ σε πολύ νεαρή ηλικία, μια φράση από το βιβλίο έμεινε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη μου ως προειδοποίηση: «Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν ζωές ήσυχης απελπισίας». Μεγαλώνοντας κατανόησα πόσο εύκολο και συχνά πόσο βολικό φαίνεται να ενταχθείς σε αυτή την κατηγορία: να ακολουθήσεις την πεπατημένη, να «ησυχάσεις», να ζήσεις όπως οι άλλοι περιμένουν από σένα και όχι όπως εσύ επιθυμείς.

Αυτή τη ζωή επέλεξαν οι γυναίκες της διπλανής πόρτας στη συλλογή διηγημάτων της Αγγελικής Μπούλιαρη. Και οι έξι ηρωίδες της είναι γυναίκες γνώριμες από το επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον ή μπορεί να είναι κάλλιστα οι μαμάδες μας: εγκλωβισμένες ανάμεσα στο δίπτυχο δουλειά-οικογένεια, άφησαν στην άκρη τη δική τους ζωή. Έβαλαν τα όνειρά τους σε παύση ή, πιο σωστά, σε αναμονή. Και ένα πρωί, σχεδόν ξαφνιασμένες, σαν να συνειδητοποιούν ότι ξέχασαν κάτι σημαντικό, γυρίζουν πίσω για να κοιτάξουν, να δουν αν εκείνα τα όνειρα περιμένουν ακόμα ή βαρέθηκαν και πήγαν να γίνουν τα όνειρα κάποιου άλλου.

Από τη συγκινητική πρώτη ιστορία που έδωσε και τον εξαιρετικό τίτλο στο βιβλίο, όπου η κόρη ανακαλύπτει το ημερολόγιο και την άγνωστη μέχρι τότε πλευρά της μητέρας της, έως τη με πικρό χιούμορ καταγραφή μιας τραυματικής εμπειρίας στα χέρια των «ειδικών της ομορφιάς» που πουλάνε χαμένη νιότη σε κουρασμένες από τη ζωή τους γυναίκες, και από εκεί στον σκληρό μάλλον ρεαλισμό της «Βραδινής κατάκλισης», μιας σκηνής που επαναλαμβάνεται σε χιλιάδες συζυγικά κρεβάτια, οι ηρωίδες έχουν έναν κοινό παρανομαστή:

Είναι γυναίκες σύγχρονες που έχουν βάλει τη ζωή τους προ πολλού σε σειρά, αλλά ταυτόχρονα βιώνουν το ψυχολογικό κενό, κοιτώντας την παγωμένη εσωτερική τους οθόνη όπου έχουν πατήσει και ξεχάσει πατημένο το pause στην ταινία της ζωής τους. Οι σύζυγοι, άλλοτε τρυφεροί και άλλοτε αποξενωμένοι, είναι πάντοτε αλλού, οι εραστές, πλατωνικοί, πραγματικοί ή φαντασιακοί, είναι μακρινοί και για λίγο, οι φίλες είναι παρούσες αλλά παλεύουν με τα δικά τους: μόνο τα παιδιά, διατηρούν ακόμα τον συναισθηματικό δεσμό με τις γυναίκες του βιβλίου, δικαιώνοντας σε κάποιο βαθμό την επιλογή τους να ζήσουν αυτή τη ζωή και όχι όλες τις άλλες πιθανές εκδοχές της.

Το αισιόδοξο κλείσιμο της συλλογής με την ιστορία που ξεχώρισα περισσότερο, την αλληγορία με τον μικρό «Δράκο της Πανσελήνου», αφήνει ένα ανοιχτό παράθυρο ελπίδας: η ηρωίδα αποφασίζει επιτέλους να πατήσει το play, δηλώνοντας «ανέβαλα τα όνειρά μου, δεν τα ακύρωσα». Και είναι αλήθεια, και ίσως το μοναδικό κριτήριο για να «ζυγίσεις» τους ανθρώπους που έχεις δίπλα σου, ότι όποιος σε αγαπάει δεν σου ζητάει ποτέ να ακυρώσεις τα όνειρά σου.






Εκδοτικός Οίκος: ΑΝΕΜΟΣ
Συγγραφέας:         Αγγελική Μπούλιαρη
Κατηγορία:           Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN:                   978-960-9585-08-8
Σελίδες:                204

http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1385_1273#.UTSUrb8eEVd.facebook












Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

ΟΙ ΜΕΛΙΤΖΑΝΕΣ



Η μητέρα είναι ένα πολύ δυναμικό και ανεξάρτητο άτομο. Το μυαλό της είναι θηλυκό, γεννάει ιδέες όλη την ώρα, ωστόσο η τόλμη και η αυταρχικότητά της θυμίζουν στρατηγό. Θα ήταν καλύτερα αν είχε γεννηθεί άντρας. Έτσι θα είχε επιβάλει τις απόψεις της και θα είχε πραγματοποιήσει πολλά σχέδιά της, που έμειναν στάσιμα, επειδή σκόνταφταν στην υπογραφή του συζύγου, που δεν ήταν διαθέσιμη. Απ’ αυτή την άποψη, οι δύο σύζυγοι της μητέρας μου μάλλον εμπόδιο ήταν στο δρόμο της.
Και οι δυο τους, ωστόσο, πέθαναν μόλις πέρασαν τα εξήντα. Κι αν τον πρώτο, τον πατέρα μου, τον είχε χωρίσει νωρίς, ελπίζοντας σε κάποιον καλύτερο, όταν αποδήμησε ο δεύτερος, βρισκόταν και η ίδια σε μια ώριμη ηλικία, αργά για καινούργια πλάνα για τον περισσότερο κόσμο. Μια φορά σκέφτηκα πως η πορεία της ως συζύγου στη ζωή ήταν προδιαγεγραμμένη, και της το είπα: «Αχ, μαμά. Όποιον και να διάλεγες από τους δύο, πάλι χήρα θα έμενες». Εννοούσα, φυσικά, ότι θα έμενε μόνη, χωρίς παρέα. Με κάρφωσε με αυστηρό βλέμμα και με ρώτησε σιβυλλικά: «Έτσι λες;» Υποθέτω, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ότι δεν της άρεσε αυτή η εικόνα για τον εαυτό της, να είναι μια γυναίκα αδύναμη, που έχει την ανάγκη ενός άντρα.






 Αφού πέρασε η επιβαλλόμενη περίοδος πένθους, η μητέρα άρχισε να οδηγεί συστηματικά το αυτοκίνητο, να απολαμβάνει τον καφέ της με τη συνοδεία σιγαρέτων, και να ανακαινίζει το πατρικό της στην εξοχή. Όταν όλα ήταν έτοιμα, μας ανακοίνωσε ότι θα μετακόμιζε εκεί οριστικά. Ανησυχούσαμε αν μετά από μια ολόκληρη ζωή στην πόλη, θα κατάφερνε να προσαρμοστεί στην επαρχία, και ελπίζαμε ότι θα μοίραζε το χρόνο της ανάμεσα στην εξοχή και στην πόλη, όπου βρισκόμαστε τα παιδιά και τα εγγόνια της.

Σύντομα αποδείχτηκε ότι δεν συνέτρεχε κανένας λόγος ανησυχίας. Πέρα από την ενασχόληση με το σπίτι, η ενέργειά της διοχετεύθηκε στη φύση. Απόχτησε λαχανόκηπο όπου καλλιεργούσε λαχανικά της εποχής και όλων των ειδών τα μυρωδικά. Ένα ορνιθοτροφείο και μερικές χήνες προστέθηκαν στις ασχολίες της, ενώ την ‘οικογένεια’ συμπλήρωσε μία καρπερή γατούλα με έξι πανέμορφα γατάκια, που προς μεγάλη της χαρά, έτρεχαν να την υποδεχτούν, μόλις φαινόταν στο δρομάκι την καθορισμένη ώρα φαγητού, και την ακολουθούσαν σαν υπάκουα σκυλάκια!






Σύντομα, όμως, εξαφανίστηκαν και οι ελπίδες μας να μας επισκέπτεται στην πόλη. Βεβαίως, είχαμε επίγνωση ότι όπως δεν υπήρξε ποτέ η συμβατική μαμά, δεν θα γινόταν ούτε η συμβατική γιαγιά και ηλικιωμένη, αλλά και πάλι δυσκολευόμαστε να δεχτούμε ότι όλη της η ζωή ήταν τώρα ο λαχανόκηπος και τα πουλερικά, και ότι δεν περίσσευε καθόλου χρόνος για μας. Τα φυτά, έλεγε με τρόπο αυταρχικό που ουδεμία αντίρρηση ή διαμαρτυρία σήκωνε, χρειάζονταν συνεχή φροντίδα και η ίδια έπρεπε να είναι πάντα παρούσα, ώστε να τα προφυλάξει από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, όσο για τα ζωντανά, έπρεπε να έχουν τροφή και νερό σε καθημερινή βάση. Κανείς δεν μπορούσε να αναλάβει το καθήκον αυτό με τη δική της υπευθυνότητα.
 Και κατέληγε με την υπόδειξη να την επισκεφτούμε εμείς για να μας δει και να μας δώσει και το μερίδιό μας από τη σοδειά. Για ποιο λόγο άλλωστε κουραζόταν, αν όχι για να εφοδιάσει εμάς με φρέσκα λαχανικά και αυγά; Δεν είχε νόημα να μιλήσουμε για τις απαιτήσεις της οικογένειας, της εργασίας, των παιδιών του καθενός από μας. Τα δικά μας λεγόμενα ήταν υπό αμφισβήτηση, τα δικά της ποτέ.







Σε μια τέτοια επίσκεψή μου, ταξίδι-αστραπή, το περασμένο Καλοκαίρι - το μεσημέρι έφτασα και το επόμενο πρωί θα έφευγα - πέρα από την ώρα του απογευματινού καφέ, ελάχιστο άλλο χρόνο περάσαμε μαζί. Ήταν πολύ απασχολημένη με όλον αυτόν τον καινούργιο κόσμο που είχε δημιουργήσει και για τον οποίο ένιωθε πολύ περήφανη. Για να μάθω τα νέα της και να της μεταφέρω τα δικά μου, πήγαινα ξοπίσω της τρέχοντας, επειδή παρά την ηλικία της περπατάει πολύ γρήγορα και με στητό παράστημα, τόσο που μόλις το αντιλήφθηκα, έπαψα να ανησυχώ για το κάπνισμα και την υγεία της.  

Τη συνόδευσα, λοιπόν, μέχρι το φαρμακείο, όπου αγόρασε φάρμακα για δυο τρεις μόνους και ανήμπορους  ‘ηλικιωμένους’. Από κοντά της, στη συνέχεια, για να ταϊσει και να ποτίσει όλα τα ζωντανά, να συγκεντρώσει και να κλείσει στα σπιτάκια τους τις χήνες και τις κότες, προσέχοντας να μην της επιτεθεί ένας ωραίος αλλά μαχητικός πετεινός.



Επιστρέφοντας στο σπίτι, κι ενώ είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά, ήμουν σίγουρη πως είχαν τελειώσει οι κάθε είδους ασχολίες της και θα είχαμε επιτέλους την ευκαιρία να περάσουμε οι δυο μας ένα όμορφο βράδυ με την ησυχία μας. Μπροστά στην είσοδο του λαχανόκηπου, όμως, σταμάτησε απότομα. «Ανέβα εσύ στο σπίτι κι εγώ θα έρθω σε λίγο. Θέλω να μαζέψω λίγες μελιτζάνες για να τις πάρεις μαζί σου». Δεν είχε νόημα να της πω πως δεν χρειαζόταν να το κάνει αυτό ή να επιμείνω να της κάνω παρέα. Έκανε κρύο και ψύχρα, είπε αποφασιστικά, τα κουνούπια πάντα μου είχαν αδυναμία, οι τσουκνίδες θα έπρηζαν τα γυμνά πόδια μου και επιπλέον θα λέρωνα τα πέδιλά μου! Η ίδια ήταν εφοδιασμένη με γαλότσες, γάντια, μαχαίρι και φακό. Υπάκουσα.

Ανέβηκα στο σπίτι. Έφτιαξα ένα ζεστό ρόφημα και το έπινα παρακολουθώντας τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Η ώρα περνούσε και η μητέρα ακόμη να φανεί. Έριξα μια εσάρπα στους ώμους και βγήκα στο μπαλκόνι από τη μεριά που έβλεπε στον κήπο. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, υπήρχε μόνο ένα μικρό φως και μια ανθρώπινη σκιά που πηγαινοερχόταν από το ένα φυτό στο άλλο. Η μητέρα μου με το φακό της.

«Φτάνουν οι μελιτζάνες. Πόσες πια θα πάρω μαζί μου», είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα.
«Μελιτζάνες νομίζεις πως μαζεύω; Έχω άλλη δουλειά πιο σοβαρή να κάνω», απάντησε σκυμμένη πάνω από ένα φυτό, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησα παραξενεμένη.
«Είναι κάτι ζουζούνια που τρελαίνονται για τις μελιτζάνες».
«Και τι κάνεις;»
«Τα μαζεύω ένα-ένα από κάθε μελιτζανιά».
Έμεινα άναυδη. «Ένα-ένα! Τώρα πρέπει να το κάνεις αυτό; Δεν μπορείς να το κάνεις το πρωί;»
Γέλασε ειρωνικά. «Το βράδυ βγαίνουν, κι αν περιμένω το πρωί, δεν θα βρω ούτε μία μελιτζάνα στη θέση της. Κι είναι κρίμα. Τόσον καιρό τις περιποιούμαι και τις μεγαλώνω», είπε και εξακολούθησε να συλλέγει με προσοχή τα ζουζούνια.
«Και τι τα κάνεις τα ζουζούνια;» ρώτησα μη έχοντας συνέρθει από την έκπληξη.
«Τα μαζεύω εδώ σ’ ένα κουβαδάκι και θα τα πετάξω από την άλλη μεριά του δρόμου κοντά στο ποτάμι. Εκεί έχει πολλά βατόμουρα να φάνε!»


ΤΕΛΟΣ
ΥΓ1. Το διήγημα, ΟΙ ΜΕΛΙΤΖΑΝΕΣ, της Αγγελικής Μπούλιαρη, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό 'Λόγων Παίγνια' στο 15ο τεύχος και μπορείτε να το διαβάσετε και εδώ, στη στήλη 'Περάστε στο σαλόνι':
http://www.logwn-paignia.gr/tauepsilon973chiomicronsigmaf-15.html
ΥΓ2. Φωτογραφίες πλην 5 και 11: Αγγελική Μπούλιαρη