Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

"ΣΟΥ ΧΡΩΣΤΑΩ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ, ΛΟΙΠΟΝ..." (Αφιερωμένο...)


Η ΛΑΜΨΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ, ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΧΡΩΜΑ


"Έλα", είπε απαλά η Αθηνά. "Αυτό ήταν, τελείωσε. Φεύγουμε!"
Της έσφιξε ελαφρά το μπράτσο, γύρισε και την κοίταξε, της χαμογέλασε για να της δώσει κουράγιο και με το ελεύθερο χέρι έδειξε το φωτεινό τετράγωνο της πόρτας μπροστά τους που έβλεπε στη Λεωφόρο.
Η Άνθια κοντοστάθηκε στο κεφαλόσκαλο σαστισμένη. Τα μάτια της, συνηθισμένα τόσες μέρες στο ήμίφως  του διαδρόμου, έκλεισαν απότομα για μια στιγμή, μόλις τα χτύπησε ο εκτυφλωτικός, μεσημεριάτικος ήλιος του Αυγούστου. Στ' αυτιά της έφτασε το απόκοσμο, θαρρείς, βουητό της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, ένα κίτρινο τρόλεϊ σύρθηκε αργά μπροστά στα μάτια της, με τις υπομονετικές κεραίες του να το καθοδηγούν στοργικά, ένα πολύχρωμο πλήθος ανθρώπων περίμενε καρτερικά στη στάση για το επόμενο μεγαλόψυχο μέσο συγκοινωνίας.
"Πόσο λαμπερός ο ήλιος! Πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ!" αναφώνησε, ξαφνιασμένη σαν παιδί, σχεδόν εκστατική.
Είχε ξεχάσει τη βουή του δρόμου, τη λάμψη του ήλιου, το κίτρινο χρώμα!
Όλα παλιά, πολύ παλιά και λησμονημένα, η ίδια η ζωή, παλιά και λησμονημένη, σαν τρενάκι που βγαίνει από το σκοτάδι του τούνελ στο φως, ερχόταν ξανά προς το μέρος της για να την συναντήσει.
"Μας καρδιοχτύπησες όλους πολύ, το ξέρεις;" ρώτησε η Αθηνά, καθώς περίμεναν για ταξί.
"Το φαντάζομαι", ψιθύρισε η Άνθια και κατέβασε ντροπαλά τα μάτια.
"Όχι, δεν μπορείς να φανταστείς... Ο γιατρός είπε πως είχες πενήντα τοις εκατό πιθανότητες να μείνεις... φυτό", είπε αργά και σοβαρά η Αθηνά.
"Φυτό!" τινάχτηκε τρομαγμένη σα να την τσίμπησε σκορπιός.
"Κι όμως... Ήσουν στο όριο μεταξύ ζωής και θανάτου, όπως τα ξέρουμε, και συνάμα στο όριο μεταξύ κανονικής ζωής και ζωντανού θανάτου..."
Της ήρθε κάτι σαν ζάλη, σαν σκοτοδίνη. Όχι, αυτό δεν το είχε σκεφτεί, δεν ήξερε καν πως υπήρχε αυτή η πιθανότητα. Ήξερε μόνο πως ή γλιτώνεις ή πεθαίνεις κι εκείνη είχε πάρει όλα τα χάπια, για να είναι σίγουρη για το δεύτερο. Φυτό; Ζωή χωρίς το μυαλό της; Και η παραμικρή απώλεια ελέγχου του λογικού της την πανικόβαλε, πόσο μάλλον η εικόνα ενός φυτού, σε πολυθρόνα ίσως...


Ανατρίχιαζε η Άνθια και σκεφτόταν πόσο φρικτό ήταν να χάνει κάποιος τα λογικά του, τον έλεγχο του εαυτού του, να βρίσκεται στο έλεος των άλλων. Το είπε στην Αθηνά.
"Μα εσύ δεν θα καταλάβαινες τίποτα, καλή μου", είπε εκείνη σκεφτική. "Ο πόνος θα ήταν για μας που θα σε βλέπαμε..."
"Δεν θα μ' άφηνες να καταντήσω έτσι, δεν θα άφηνες να ζω μ' αυτόν τον τρόπο, δεν είναι έτσι; Πες μου!" Σχεδόν την ικέτευε να απαντήσει.
Η Αθηνά της χαμογέλασε ενθαρρυντικά. Ποιος ο λόγος να της πει τώρα πως δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα σ' αυτή την τρομαχτική περίπτωση;
"Τώρα είσαι ζωντανή και υγιής. Αυτό έχει σημασία, αυτό να σκέφτεσαι!"
Ναι, αυτό ήταν το μόνο που σκεφτόταν.
"Σου χρωστάω τη ζωή μου, λοιπόν..."
"Χρωστάς στον εαυτό σου να ζήσεις..."

Απόσπασμα από το βιβλίο: "Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ"


1 σχόλιο:

  1. Όλα παλιά, πολύ παλιά και λησμονημένα, η ίδια η ζωή, παλιά και λησμονημένη, σαν τρενάκι που βγαίνει από το σκοτάδι του τούνελ στο φως, ερχόταν ξανά προς το μέρος της για να την συναντήσει.

    Αυτό πρέπει να το αποστηθίσουμε όλοι και να το λέμε κάθε πρωί που ξυπνάμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή