Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΠΡΟ, Ελένη Στελλάτου


ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ  14-04-2018

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΠΡΟ

Ελένη Στελλάτου*
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Διηγήματα (19)
Σελίδες 140



Η Αγγελική Μπούλιαρη μιλάει για τη συγγραφέα Ελένη Στελλάτου και το πρώτο της βιβλίο ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΠΡΟ από τις Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ:



Φίλες και φίλοι, καλησπέρα και καλώς ήρθατε στην αποψινή μας συνάντηση με μια νέα λογοτέχνιδα, τη δική μας Ελένη Στελλάτου, και το πρώτο της βιβλίο με τίτλο ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΠΡΟ, μια συλλογή 19 μικρών ιστοριών, από τις Εκδόσεις Πόλις.
Αν όχι όλοι, οι περισσότεροι σίγουρα γνωρίζετε την Ελένη ως μια νέα γυναίκα με ήρεμη δύναμη, η οποία συνδυάζει, όπως πολλές γυναίκες σήμερα αλλά και στο παρελθόν, πολλούς ρόλους, μεταξύ των οποίων της επαγγελματία φαρμακοποιού, της συζύγου του παλιού μας μαθητή, του Σωτήρη Βενάρδου, και της αφοσιωμένης μητέρας τριών παιδιών στα οποία αφιερώνει αυτό το πρώτο της έργο.
Πέρα από τους διάφορους οικογενειακούς και κοινωνικούς της ρόλους, η Ελένη ως μέλος της Αναγνωστικής Λέσχης Λουτρακίου, με την αγάπη της για τη λογοτεχνία, με την οξύνοια που τη χαρακτήριζε στις τοποθετήσεις της, αλλά και με τις ερωτήσεις που υπέβαλλε σχετικά με τα διάφορα λογοτεχνικά έργα, μου έδινε την εντύπωση, ότι μέσα της συντελούνταν διεργασίες και όταν θα ωρίμαζε ο καιρός, θα έπιανε το μολύβι για να γράψει τις δικές της ιστορίες και να μας φανερωθεί με έναν νέο ρόλο, αυτόν της συγγραφέα, όπως ακριβώς γίνεται σήμερα.

Ας δούμε λίγο το Βιογραφικό της συγγραφέα μας.

Βιογραφικό Ελένης Στελλάτου

 Η Ελένη Στελλάτου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Από την πλευρά του πατέρα της κατάγεται από την Κεφαλονιά, και από την πλευρά της μητέρας της από την Σπάρτη. Στην Κεφαλονιά έζησε τα παιδικά της χρόνια μέχρι την ηλικία των 9 ετών, οπότε μετακόμισαν στην Κόρινθο.
Σπούδασε Φαρμακευτική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Φαρμακείου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εργάζεται ως φαρμακοποιός εδώ στο Λουτράκι, όπου ζει με την οικογένειά της και τα τρία τους παιδιά, στα οποία και έχει αφιερώσει το πρώτο της βιβλίο «Το κόκκινο και το άσπρο».
Η αγάπη για τη λογοτεχνία ξεκινά από τα παιδικά χρόνια, όταν ο εκπαιδευτικός πατέρας έφερνε στο σπίτι κλασικά, παιδικά βιβλία, όπως του Ιουλίου Βερν και του Τζόζεφ Κρόνιν, ενώ τα διαβάσματα αργότερα εμπλουτίζονται ποικιλοτρόπως, και στα φοιτητικά χρόνια κλίνουν προς συγγραφείς με υπόβαθρο Ψυχολογίας, όπως ο Ίρβιν Γιάλομ και η Μάρω Βαμβουνάκη, και προς βιβλία σχετικά με το αντικείμενο των σπουδών της.
Η Ελένη επανασυνδέθηκε με την Λογοτεχνία πριν δέκα χρόνια περίπου, όταν άρχισε να γράφει μικρές ιστορίες σε ένα blog στο ίντερνετ και αργότερα με τη συμμετοχή της στις συναντήσεις της Λέσχης Ανάγνωσης Λουτρακίου, μια πρωτοβουλία του κυρίου Νίκου Παπανικολάου, σε Λέσχες Ανάγνωσης στην Αθήνα, σε ημερίδες για μεγάλους συγγραφείς και σε παρουσιάσεις βιβλίων.
Συμμετείχε στον κύκλο συναντήσεων για την τεχνική του μυθιστορήματος του συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη στο Έναστρον και παρακολούθησε τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Dasein Lab με τον συγγραφέα Κώστα Κατσουλάρη.
Αγαπημένοι της συγγραφείς είναι ο Μπόρχες, ο Φερνάντο Πεσσόα, ο Αχιλλέας Κυριακίδης, η Τζένυ 'Ερπενμπεκ, ο Ζάουμε Καμπρέ, o Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Τον Νοέμβριο του 2017 ένα διήγημά της συμπεριλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο με τίτλο «Σόλωνος 101» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έναστρον, ενώ πριν λίγες εβδομάδες, τον Μάρτιο του 2018, εκδίδεται το πρώτο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Το Κόκκινο και το Άσπρο» από τις εκδόσεις Πόλις.
Αυτό το βιβλίο θα γνωρίσουμε εδώ απόψε. Ένα βιβλίο που είχα τη χαρά να το κρατήσω στα χέρια μου αμέσως μόλις κυκλοφόρησε, μιας και η Ελένη με τίμησε με την αγάπη και την εμπιστοσύνη της. Μόλις τέλειωσα την ανάγνωση,  έστειλα ενθουσιασμένη ένα μήνυμα στην Ελένη για να τη συγχαρώ για τη λογοτεχνική της φλέβα και φυσικά να της ευχηθώ μια καλή και γρήγορη συνέχεια.
Γιατί, φίλες και φίλοι, εάν για κάποιους είναι έκπληξη ότι η Ελένη έγραψε βιβλίο, θα αποτελέσει ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη ότι όχι απλώς γράφει, αλλά γράφει καλά, και υπόσχεται πολλά στο χώρο της Ελληνικής Λογοτεχνίας.
Προσωπικά λατρεύω τις μικρές ιστορίες και δεν συμφωνώ με όσους θεωρούν ότι το Διήγημα είναι εύκολο είδος και δεν το προτιμάνε (γι' αυτό και χάρηκα πολύ όταν η Καναδέζα Άλις Μονρό, συγγραφέας αποκλειστικά διηγημάτων, κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας). Πιστεύω ότι η μικρή φόρμα απαιτεί μεγάλη μαεστρία καθώς ο συγγραφέας, σε αντίθεση με τον συγγραφέα μυθιστορήματος που έχει στη διάθεσή του άπλετες σελίδες και χρόνο, στο διήγημα αυτός πρέπει σε λίγο χρόνο και σε λίγες σελίδες, μερικές φορές σε μία μόνο σελίδα, να μας γνωρίσει τον ήρωα, τον ψυχισμό του, να αιτιολογήσει τις πράξεις και τη διάθεσή του της στιγμής, και να μας συναρπάσει και συγκινήσει.
Κάτι που η Ελένη Στελλάτου καταφέρνει πολύ καλά στα
Διηγήματα της συλλογής ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΠΡΟ.
Οι ιστορίες της είναι φωτογραφικά στιγμιότυπα που έχουν ληφθεί από μια κάμερα, το μάτι της συγγραφέα, με μεγάλη ευαισθησία, τέτοια που αντιλαμβάνεται τα πάντα, και τα φανερά και τα κρυμμένα, ενώ η Φύση με τα στοιχεία της, τον ήλιο, τον αέρα, το νερό, τα δέντρα, τα ζώα είναι πανταχού παρούσα.
Τα διηγήματά της, δοσμένα με εκφραστική λιτότητα, οικονομία λόγου,  φανερώνουν την ευαίσθητη και διεισδυτική ματιά της, αλλά και την ευελιξία της στις περιγραφές των ηρώων, καθώς με άνεση περιγράφει πότε ένα μωρό, πότε έναν ηλικιωμένο, πότε μια γυναίκα, και άλλοτε έναν άντρα. Κάποια από αυτά, όπως το Αλογάκι με άρωμα φράουλα και Στη Σέλα, με συγκίνησαν ιδιαιτέρως, επειδή δείχνουν ότι η συγγραφέας θυμάται καλά το παιδί που υπήρξε κάποτε, και από την άλλη δείχνουν ότι διαθέτει την ευαισθησία που χρειάζεται για να προσεγγίσει μια ηλικία στην οποία θα περιέλθει στο μέλλον.
Η Ελένη Στελλάτου στις ιστορίες της ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΠΡΟ θίγει θέματα όπως η μοναξιά και η μοναχικότητα, ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο μακροχρόνιος πόνος από πληγή που δεν επουλώνεται, η αλλαγή των ανθρώπων στο χρόνο, η ρουτίνα μιας βαρετής δουλειάς, η απόλαυση της Φύσης.  Σε κάποιες ιστορίες ενυπάρχει το στοιχείο του τραγικού, ενώ σε άλλες υπάρχει λεπτό χιούμορ. Τέλος, η συγγραφέας καταδύεται και αναλύει εκπληκτικά τον παιδικό κόσμο της αθωότητας και της φαντασίας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο παιδεύονται συχνά τα παιδιά επειδή αποδίδουν στα πράγματα σημασία μεγαλύτερη από την πραγματική. 
Και στο σημείο αυτό, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μια τελευταία σκέψη που μου γεννήθηκε αφού τέλειωσα την ανάγνωση του βιβλίου της Ελένης:

Οι άνθρωποι περνάνε δίπλα μας, πολλούς τους βλέπουμε συχνά, κάποιους καθημερινά. Νομίζουμε ότι τους ξέρουμε, επειδή έχουμε μαζέψει διάφορες πληροφορίες γι’ αυτούς, εγώ τις λέω «άχρηστες πληροφορίες», όπως πόσων ετών είναι, τι σπίτι έχουν, τι αυτοκίνητο, τι επαγγέλονται, πού εργάζονται. Λοιπόν, θα έλεγα, ότι όσο τους ξέρει μια Δημόσια Υπηρεσία που έχει καταχωρημένα στις καρτέλες της αυτά ακριβώς τα στοιχεία, άλλο τόσο τους ξέρουμε και εμείς. Δηλαδή, καθόλου.

Ευτυχώς, όμως, στον κόσμο αυτό, υπάρχουν οι συγγραφείς, οι λογοτέχνες, που όπως και η Ελένη Στελλάτου, με ματιά διεισδυτική, με ευαισθησία και ενσυναίσθηση, καταφέρνουν να συλλάβουν όλα τα μικρά, τα αληθινά, τα ουσιαστικά, διαπερνούν το κάλυμμα της εμφάνισης και μπαίνουν στην ψυχή των αντι-ηρώων της εποχής μας, και μας τους γνωρίζουν.
Κι έτσι, γνωρίζουμε κι εμείς τον εαυτό μας και ξαναβρίσκουμε την ανθρωπιά μας!








Για το βιβλίο επίσης μίλησαν οι: Ελένη Κίτσου, κριτικός λογοτεχνίας, και Βαγγέλης Προβιάς, συγγραφέας. Αποσπάσματα διάβασε η Μαρία Σπυροπούλου. Την εκδήλωση έκλεισε ο Γιώργος Μπεχλιβάνογλου, σολίστ κιθάρας και καθηγητής κλασσικής κιθάρας, παρουσιάζοντας το μουσικό έργο σε τρία μέρη La Cathedral, Augustin Barrios Mangore.











Η Ελένη Στελλάτου γεννήθηκε στην Αθήνα (1978) με καταγωγή από Κεφαλλονιά και Σπάρτη. Σπούδασε Φαρμακευτική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Φαρμακείου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο. Η συλλογή διηγημάτων «Το Κόκκινο και το Άσπρο» από τις εκδόσεις Πόλις, Μάρτιος 2018 είναι το πρώτο της βιβλίο και είναι αφιερωμένο στα τρία παιδιά της. Ζει και εργάζεται ως φαρμακοποιός στο Λουτράκι Κορινθίας.


Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Ο ΦΟΒΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Έριχ Φρομ

ESCAPE FROM FREEDOM, by Erich Fromm, 1941





















Εάν η ανθρωπότητα δεν μπορεί να ζήσει με τους κινδύνους και τις ευθύνες που είναι εγγενείς στην ελευθερία, πιθανότατα θα στραφεί στον αυταρχισμό. 

Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του βιβλίου Απόδραση από την Ελευθερία (γνωστό ως Ο Φόβος της Ελευθερίας, έξω από τη Βόρεια Αμερική), ένα έργο ορόσημο από έναν από τους πιο διακεκριμένους στοχαστές της εποχής μας και ένα βιβλίο που είναι τόσο επίκαιρο σήμερα όσο και όταν δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1941. 

Λίγα βιβλία έχουν ρίξει τέτοιο φως στις δυνάμεις που διαμορφώνουν τη σύγχρονη κοινωνία ή έχουν διεισδύσει τόσο βαθιά στις αιτίες των αυταρχικών συστημάτων. Εάν η άνοδος της δημοκρατίας κατέστησε ορισμένους ανθρώπους ελεύθερους, ταυτόχρονα γέννησε μια κοινωνία μέσα στην οποία το άτομο αισθάνεται αποξενωμένο και μηχανοποιημένο. 

Χρησιμοποιώντας τις ιδέες της ψυχανάλυσης ως παράγοντες ανίχνευσης, το έργο του Φρομ αναλύει την ασθένεια του σύγχρονου πολιτισμού, όπως μαρτυρείται από την προθυμία του να υποταχθεί στον ολοκληρωτικό τρόπο διακυβέρνησης.




Εκδόσεις ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗ, 1971
Μετάφραση Δημητρίου Θεοδωρακάτου
Σελίδες 336

Θέλουν πραγματικά την ελευθερία οι σύγχρονοι άνθρωποι ή μήπως νιώθουν φόβο μπροστά της; Και είναι αυτό το δέος που προκαλεί η ελευθερία η αιτία που γνωρίζουν τέτοια επιτυχία στον 20 αιώνα οι ολοκληρωτικές τάσεις αυτής ή της άλλης μορφής; 

Την αρρώστια αυτή του καιρού μας, που εκφράζεται με τη δουλική υποταγή στην εξουσία εξετάζει στο εξαίρετο αυτό έργο ο Φρομ, εφαρμόζοντας την ψυχαναλυτική μέθοδο. 

Η άνοδος της Δημοκρατίας, μολονότι απελευθέρωσε τον άνθρωπο, δημιούργησε παράλληλα μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος αισθάνεται απομονωμένος από τους συνανθρώπους του, όπου οι σχέσεις έχουν χάσει τον προσωπικό τους χαρακτήρα και όπου η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια έχουν υποκαταστήσει τους παλαιότερους κοινωνικούς δεσμούς. 

Κατά την άποψη του Φρομ, αυτή η αίσθηση μοναξιάς ωθεί τους ανθρώπους να υποτάσσονται σ’ έναν πανίσχυρο οργανισμό ή στο κράτος.  (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα
Εισαγωγή
1. Ελευθερία - πρόβλημα ψυχολογικό;
2. Η άνοδος του ανθρώπου και το διπλό νόημα της ελευθερίας
3. Η ελευθερία κατά την εποχή της Μεταρρύθμισης:
     Μεσαιωνικό φόντο και Αναγέννηση-Η περίοδος της Μεταρρύθμισης
4. Οι δύο απόψεις της ελευθερίας για το σύγχρονο άνθρωπο
5. Μηχανισμοί φυγής: Ολοκληρωτισμός-Ροπή καταστροφής-Αυτόματος κομφορμισμός
6. Η ψυχολογία του ναζισμού
7. Ελευθερία και δημοκρατία: Η αυταπάτη της ατομικότητας-Ελευθερία και αυθορμητισμός
Παράρτημα: χαρακτήρας και κοινωνικό προτσές
Ευρετήριο




 

Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, 2017
Μετάφραση Ουρανίας Τουτουντζή
Σελίδες 364

Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία του Erich Fromm παραμένει διαχρονικά ένα επίκαιρο και προφητικό βιβλίο για όσα συμβαίνουν σήμερα, αλλά και για όσα πιθανόν θα ακολουθήσουν, καθώς η ελευθερία περιορίζεται όλο και περισσότερο από την ένταση του οικονομικού, κοινωνικού, πολιτικού και θρησκευτικού ολοκληρωτισμού.

Στο εμβληματικό αυτό έργο, ο Φρομ εξηγεί αρχικά πως οι επαναστατικές αλλαγές στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση, η υπέρμετρη δύναμη του κεφαλαίου και η οικονομική κρίση μεγαλώνουν τα αισθήματα αβεβαιότητας, μοναξιάς και ασημαντότητας του σύγχρονου ανθρώπου, ενώ η απειλή πολέμου ισχυροποιεί τον φόβο. 
Στη συνέχεια εστιάζει στους μηχανισμούς άμυνας του ατόμου, που είναι ταυτόχρονα και οι μηχανισμοί διαφυγής του από την ελευθερία: ο ολοκληρωτισμός, η ροπή προς την καταστροφή και ο κομφορμισμός.
Και αν για τον ανυποψίαστο πολίτη ο κομφορμισμός είναι ακίνδυνος, για τον Φρομ έχει τεράστια σημασία: στα πλαίσια αυτής της "λύσης", στην οποία προσφεύγει η πλειονότητα των μελών της κοινωνίας, ο άνθρωπος παύει να είναι ο εαυτός του και υιοθετεί απολύτως τον τύπο της προσωπικότητας που του επιβάλλουν τα πολιτιστικά πρότυπα, η κοινή γνώμη, η κοινή λογική. 
Έτσι, οι συνειδητοί φόβοι της μοναξιάς και της αβεβαιότητας αντιμετωπίζονται με την ένταξη στο όλον. Όμως, με αυτόν τον τρόπο, το άτομο πληρώνει το τίμημα για την απομάκρυνσή του από την αληθινή, θετική ελευθερία, η οποία συνίσταται στην αυθόρμητη δραστηριότητα.  (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Ο Έριχ Φρομ (Erich Fromm), (1900-1980), ήταν Γερμανός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, κοινωνιολόγος, ανθρωπιστής και φιλόσοφος. Ξεκίνησε ως μαθητής του Σίγκμουντ Φρόιντ, αλλά διεφώνησε και ακολούθησε ξεχωριστή πορεία. Εγκατέλειψε τη Ναζιστική Γερμανία το 1933 και εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ, όπου εργάστηκε ως καθηγητής Ψυχιατρικής και Ψυχανάλυσης σε Πανεπιστήμια. Αν και υπέρμαχος της Μαρξιστικής σκέψης, άσκησε κριτική στην πρακτική της εφαρμογή, ενώ προσπάθησε να την συνδυάσει με την Φροϊδική σκέψη.







Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΖΩΗΣ, της Ελένης Κίτσου





Γράφει η Ελένη Κίτσου, στο Diavasame.gr

http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1385_2932




Εκδοτικός Οίκος ΩΚΕΑΝΟΣ
Συγγραφέας         Αγγελική Μπούλιαρη
Κατηγορία           Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN                    978-618-5104-58-0
Σελίδες                 624


ΔΡΑΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

31.01.2018
Συντάκτης: Ελένη Κίτσου

Δραπέτης ζωής 

Η Ευρυδίκη, τρίτη κόρη στη σειρά μιας φτωχής, αγροτικής οικογένειας που δεν έχει καθόλου αγόρια, μεγαλώνει μόνη της δίχως την προσοχή και έγνοια κανενός. Στερημένη από αγάπη, λαχταράει ακόμα και τα πιο ουσιώδη. Στα πέντε της, η οικογένειά της την παραχωρεί, ως ανιψιά, στον βουλευτή Θεοδόση Σπηλιόπουλο και στη γυναίκα του, που είναι άτεκνοι. Δίπλα τους η μικρή θα μεγαλώσει με όλες τις ανέσεις και θα ξεφύγει από τη φτώχεια. Συναισθηματικά όμως θα παραμείνει λειψή. Έφηβη ακόμα, παντρεύεται με προξενιό τον Χαράλαμπο, έναν άντρα αρκετά μεγαλύτερό της. Και ενώ περιμένει επιτέλους να ευτυχήσει, βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια κόλαση. Σε καθημερινή βάση ζει σύμφωνα με τις ορέξεις και τις επιταγές του άντρα της, χωρίς καμία απολύτως ελευθερία, κλεισμένη σε μια φυλακή ουσιαστικά, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να ξεφύγει, για χάρη των παιδιών της, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που βιώνει σωματική, ψυχολογική και λεκτική κακοποίηση. Όταν οι δύο κόρες της μεγαλώσουν, θα βρει τη δύναμη επιτέλους να αντιδράσει. Στο πρόσωπο του συνομήλικού της Μάξιμου θα βρει την πραγματική αγάπη και χάρη σε αυτόν θα αποφασίσει να διεκδικήσει τη ζωή της και όσα δικαιωματικά της ανήκουν, αλλά ποτέ δεν έζησε.

Η Αγγελική Μπούλιαρη στο μυθιστόρημά της «Δραπέτες του ονείρου» καταπιάνεται με δύσκολα θέματα. Βία, κακοποίηση –λεκτική, συναισθηματική, σωματική–, απόρριψη, μοναξιά. Φόβος. Σε μια κοινωνία οπισθοδρομική και πουριτανή, όπου ο πατέρας και αργότερα ο σύζυγος είναι οι αποκλειστικοί Αφέντες και η γυναίκα το πειθήνιο όργανο. Ξεκινώντας από το 1956 και τη γέννηση της κεντρικής ηρωίδας της, αφηγείται ολόκληρη τη ζωή αυτής, καταλήγοντας στο σήμερα σχεδόν και επιλέγοντας να κλείσει το βιβλίο με μια ευτυχισμένη τελεία. Στο σήμερα που τα μυαλά των ανθρώπων δεν έχουν αλλάξει εντελώς, αλλά οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί αισθητά.

Με βασικό εργαλείο τον απλό λόγο η συγγραφέας αφηγείται τον καθημερινό αγώνα της Ευρυδίκης να κρατήσει τις ισορροπίες μέσα στην οικογένεια, αλλά και να ζήσει αξιοπρεπώς, σκιαγραφεί τον χαρακτήρα της ηρωίδας της, εισχωρεί στα άδυτα της ψυχής της, παρουσιάζει σκέψεις καθολικού χαρακτήρα, ενώ μέσω των αναδρομικών αφηγήσεων το βιβλίο αποκτά ενδιαφέρον και σασπένς.

Η ιστορία ωστόσο της Ευρυδίκης δεν έχει τελειώσει. Το τέλος παραμένει ανοιχτό και ο αναγνώστης δύναται να το συμπληρώσει όπως ο ίδιος προτιμά.


Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ, Ιζαμπέλ Αλιέντε -ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ Η ΤΑΙΝΙΑ


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ, Ιζαμπέλ Αλιέντε

Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2001

Μετάφραση ΚΛΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ-ΜΠΑΡΑΧΑΣ

Σελίδες 432






Ο ταπεινής καταγωγής Εστέμπαν Τρουέμπα παντρεύεται την Κλάρα, μια υπερευαίσθητη γυναίκα, με πολύ ανεπτυγμένη διορατικότητα και με απόλυτη πίστη στα πνεύματα που πλανιούνται στο μεγάλο αρχοντικό τους, πριν το στοιχειώσει και η ίδια με τη σειρά της. Αποκτούν μια κόρη, την Μπλάνκα. Με σκληρή εργασία ο Εστέμπαν γίνεται τελικά ζάπλουτος γαιοκτήμονας και δυναμικός γερουσιαστής, ένας οικογενειακός δυνάστης αλλά και ένας πολύ συντηρητικός τοπικός πατριάρχης, που φοβάται τους εργάτες του. Οι τρομεροί θυμοί του, που συνταράζουν όλους γύρω του, οι άγριες επιθυμίες και οι πολιτικές μηχανορραφίες του μετριάζονται μόνο από την αγάπη του για την αιθέρια σύζυγό του, την Κλάρα.

Η κόρη του, Μπλάνκα, μεγαλωμένη μέσα σε ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον, με ταυτόχρονες επιρροές από τις συναναστροφές με τα παιδιά των εργατών, ερωτεύεται έναν νεαρό επαναστάτη, τον Πέδρο, με ιδέες για την ταξική πάλη, την αναδιανομή πλούτου και το σοσιαλισμό. Ο Εστέμπαν θεωρεί ανάξιο τον Πέδρο και εξοργίζεται με αυτή τη σχέση αγάπης, την οποία προσπαθεί με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο να σταματήσει. Αναπόφευκτα, Πέδρο και Εστέμπαν βρίσκονται αντιμέτωποι. Σύντομα η Μπλάνκα θα μείνει έγκυος και θα αποκτήσει μια κόρη, την Άλμπα. Το κενό ανάμεσα στον πατέρα και την κόρη φαίνεται αγεφύρωτο, ενώ η εγγονή του Άλμπα, που αποτελεί την ξεχωριστή χαρά του, είναι ένα όμορφο και φιλόδοξο κορίτσι που θα επηρεάσει το μέλλον της οικογένειας και της χώρα τους.

Ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές, ανάμεσα στους αφεντάδες και στα αποπαίδια, ανάμεσα στον πατριάρχη, στις γυναίκες του σπιτιού, στους υπηρέτες, στους κολίγους, δημιουργούνται και ξετυλίγονται σχέσεις σημαδεμένες από τον απόλυτο έρωτα, τα παράνομα πάθη, τις κρυφές φιλοδοξίες και την εξοικείωση με το θάνατο. Και τέλος, καθώς όλοι εμπλέκονται στη δίνη της εξέγερσης, περιγράφεται ο τρόμος του πολέμου μιας χώρας που μάχεται τον εαυτό της, μιας χώρας που αντιμετωπίζει τη φρίκη ενός ολοκληρωτικού πραξικοπήματος, με τις άκριτες εκτελέσεις, τα βασανιστήρια και την ανελευθερία του λόγου.

Ένα από τα σπουδαιότερα και πιο αγαπημένα έργα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, «Το Σπίτι των Πνευμάτων» είναι ένα συναρπαστικό έπος που εκτείνεται επί δεκαετίες, υφαίνοντας το προσωπικό και το πολιτικό, μέσα από θριάμβους και τραγωδίες, σε ένα επικό μυθιστόρημα αγάπης, μαγείας και πεπρωμένου. Εν μέρει αυτοβιογραφικό, «Το Σπίτι των Πνευμάτων» καθιέρωσε ως συγγραφέα την Ιζαμπέλ Αλιέντε και έγινε παγκόσμια εκδοτική επιτυχία. Ξετυλίγει την ιστορία μιας οικογένειας από τις αρχές μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα, και μαζί την ιστορία μιας ταραγμένης πολιτικά χώρας, που ταυτίζεται χωρίς να καθορίζεται μέσα στο έργο, με τη γενέτειρα της συγγραφέως, τη Χιλή, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.





Η  Ιζαμπέλ Αλιέντε είναι Χιλιανή μυθιστοριογράφος. Γράφει ακολουθώντας την παράδοση του "μαγικού ρεαλισμού" και θεωρείται μία από τις πιο επιτυχημένες μυθιστοριογράφους της Λατινικής Αμερικής. Τα μυθιστορήματά της βασίζονται εν μέρει στις εμπειρίες της, συχνά εστιάζοντας στις εμπειρίες των γυναικών, ζευγαρώνοντας τον μύθο με τον ρεαλισμό.  Έργα της έχουν μεταφραστεί σε 30 γλώσσες και έχουν πουλήσει περισσότερα από 51 εκατομμύρια αντίτυπα. Το 2010 της απονεμήθηκε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της χώρας της, και το 2012 της απονεμήθηκε το Λογοτεχνικό Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Σήμερα κατοικεί στην Καλιφόρνια με τον σύζυγό της. Έγινε Αμερικανίδα υπήκοος το 2003. Δίνει διαλέξεις, ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο για να προωθήσει τα βιβλία της και έχει διδάξει λογοτεχνία σε πολλά κολέγια των ΗΠΑ.


Στον παρακάτω σύνδεσμο, μπορείτε να διαβάσετε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη της Ιζαμπέλ Αλιέντε που δημοσιεύθηκε στο BHMagazino τα Χριστούγεννα του 2011:


Η συγγραφέας:  https://www.goodreads.com/author/show/2238.Isabel_Allende

Η ταινίαhttp://www.imdb.com/title/tt0107151/?ref_=fn_al_tt_1










Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ (BRAVE CITY), Άγγελος Χαριάτης


Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ (BRAVE CITY)
Άγγελος Χαριάτης
Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2018
Σελίδες 192



Ο Άγγελος Χαριάτης που με τα προηγούμενα έργα του μας έχει δείξει ότι του αρέσει να πειραματίζεται με διάφορα λογοτεχνικά είδη, διήγημα, μυθιστόρημα, με αυτό το νέο του βιβλίο, προχωράει με τόλμη αλλά και με τη γνωστή του άνεση στο λόγο και δεξιοτεχνία  σε έναν καινούργιο χώρο, το χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας και μας καλεί να γνωρίσουμε την πόλη που δημιούργησε σε μια εποχή κοντινού μέλλοντος.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην Πόλη των Γενναίων, μια πόλη που προέκυψε όταν οι πάγοι έλιωσαν και ένα νέο κομμάτι ξηράς εμφανίστηκε, κάπου στα βόρεια του Πλανήτη Γη. Κοινό κτήμα όλων των κρατών, η νέα πόλη εποικίστηκε από μετανάστες και ξεκίνησε να διοικείται με τις αρχές της ισονομίας, της ισότητας, των ίσων ευκαιριών. Φάνταζε ως Γη της Επαγγελίας, όμως, όπως σημειώνει μελαγχολικά ο συγγραφέας μέσω του ήρωά του, του αστυνομικού Κόνερι, «όλα είχαν προβλεφτεί, το μόνο που δεν είχε προβλεφτεί ήταν η στόφα του ανθρώπου που όπου και αν βρεθεί, κάνει τα αδύνατα δυνατά για να φέρει την καταστροφή».

Στο αστυνομικό Τμήμα της Πόλης, ο αστυνομικός Κόνερι μαζί με τον συνάδελφό του Κάλαχαν, κατά τη διάρκεια της νυχτερινής τους βάρδιας, λαμβάνουν μια κλήση, που εκ πρώτης όψεως μοιάζει σαν απλή διατάραξη κοινής ησυχίας. Η πραγματικότητα τους διαψεύδει, με αποτέλεσμα ο Κάλαχαν, παρά το ένδοξο όνομά του, να φύγει νωρίς από την ιστορία, ο δε Κόνερυ να αντικρίσει την αποτρόπαια εικόνα ενός τεμαχισμένου πτώματος. *

Ενώ, λοιπόν, ο Κόνερι περιμένει στο πεζοδρόμιο να έρθουν οι αστυνομικές ενισχύσεις, τον πλευρίζει μαύρο όχημα με φιμέ τζάμια, ένα γυναικείο χέρι με μαύρο γάντι προβάλει από το μισάνοιχτο παράθυρο κρατώντας ένα μυστηριώδες κουτάκι με κορδέλα, σαν δώρο, ενώ μια γυναικεία μπάσα και αυταρχική φωνή τον διατάζει να το πάρει.

Ο Κόνερι κάνει τη μοιραία κίνηση, δέχεται το κουτί και αποκρύπτει το γεγονός από την υπηρεσία του. Μετά από αυτό, παγιδεύεται, τα λάθη του συνεχίζονται, οι δολοφονίες διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ ο ίδιος προσπαθεί να κρατηθεί από το γαϊτανάκι των γεγονότων και να εξιχνιάσει το μυστήριο. Η μυστηριώδης φωνή δίνει τις εντολές, ο Κινέζος Λι παρακολουθεί και τρομοκρατεί. Παίζεται ένα ολέθριο παιχνίδι κυριαρχίας που θα έχει νικητές και ηττημένους, όπως άλλωστε, κάθε αστυνομική ιστορία πρέπει να έχει κάποιον νικητή, ακόμα κι αν αυτός ο νικητής είναι έστω μια ιδέα.

Για μια στιγμή ο Κόνερι σκέφτεται να τα πει όλα στο Διοικητή του, αλλά ο φόβος τον ακινητοποιεί. Αναρωτιέται μήπως θα είναι αυτός το επόμενο θύμα, ωστόσο, άβουλος ξανά, περίπου απλός θεατής, περιμένει τις επόμενες κινήσεις των άλλων, δηλαδή της άλλης, της φωνής. Τελικά, όντας σε αδιέξοδο, ο Κόνερι ζητάει τη βοήθεια του ιδιωτικού ντετέκτιβ Καρόλου Λούμπενμπαϊχ. Βεβαίως το όνομα Κάρολος ακούγεται μεγαλοπρεπές, το πρώτο συνθετικό όμως του επωνύμου, ‘Λούμπεν’, μας προϊδεάζει για την κοινωνική τάξη, αλλά ίσως δεν ακούγεται ιδιαίτερα ευοίωνο. Μετά την επιλογή του Κόνερι από τη φωνή για να συμμετάσχει σ’ αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι, έχουμε ακόμα μια επιλογή, τυχαία, από τον Κόνερι αυτή τη φορά, του Λούμπενμπαϊχ, που θα αλλάξει τη ζωή των χαρακτήρων.

Ο ντετέκτιβ μας αντιλαμβάνεται κάποια στιγμή ότι η επιλογή του ίδιου από τη φωνή κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν και σπάει το κεφάλι του να ανακαλύψει γιατί επέλεξαν αυτόν, ποιος είναι ο σκοπός τους και πάνω απ’ όλα ποιο πρόσωπο κρύβεται πίσω από τη βραχνή μυστηριώδη φωνή. Μπορεί να τους σταματήσει, μόνο αν καταφέρει να παραμείνει ζωντανός και τους αποκαλύψει, και για να γίνει αυτό θα πρέπει να επιδείξει μια γενναιότητα ανάλογη της ονομασίας της Πόλης και του Αστυνομικού Τμήματος όπου υπηρετεί. Μαζί του ψάχνουμε και αγωνιούμε κι εμείς.

Από τις πρώτες σελίδες, ο συγγραφέας μας στην ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ του, μέσα από διάφορες λεπτομέρειες, διεσπαρμένες εντέχνως, μας γνωρίζει τον ήρωα ή μάλλον τον (κλασικό) αντί-ήρωα της ιστορίας του, τον Κόνερι. Καπνίζει φτηνό χύμα τσιγάρο, μένει σε μια κακόφημη συνοικία, έχει τιμωρηθεί με δύο μήνες διαθεσιμότητα επειδή πυροβόλησε από λανθασμένο υπολογισμό έναν μετανάστη, ιδρώνουν τα χέρια του, δεν είναι ψύχραιμος και πανικοβάλλεται, υποφέρει από πονοκεφάλους και από κάποιο είδος νεύρωσης που τον κάνει να μετράει και να ξαναμετράει τα σκαλιά, είναι χήρος και δεν φαίνεται να έχει ξεπεράσει το πένθος, και τέλος δεν είναι αποφασιστικός, αλλά αντίθετα πηγαίνει όπου τον οδηγούν οι καταστάσεις ή οι άλλοι.

Ο συγγραφέας  αναπτύσσοντας ευθύγραμμα την ιστορία του, με σποραδική χρήση φλας μπακ, εισάγει με δεξιοτεχνία στα κεφάλαια κάθε φορά και έναν νέο χαρακτήρα, για τον οποίο μας δίνει πληροφορίες μέσα από μικρές λεπτομέρειες και καθημερινές συνήθειες. Έτσι, σταδιακά, γνωρίζουμε, επίσης, τον Κράβιτς, τον Νίλσεν, τον Διοικητή. Ποια θα είναι η τύχη τους; Ποιος θα είναι ο ρόλος τους σε σχέση με τον Κόνερι;

Με τον ίδιο τρόπο μας δίνει διάσπαρτες πληροφορίες για την Πόλη των Γενναίων και την κοινωνία της, ενώ συνηθισμένα πράγματα από τη δική μας σημερινή κοινωνία παρουσιάζονται επιδέξια σε διάφορα σημεία της ιστορίας, προσδίδουν αληθοφάνεια και δημιουργούν ένα ρεαλιστικό πλαίσιο για την εξέλιξη της πλοκής. Ταυτοχρόνως δίνουν τη δυνατότητα στον αναγνώστη να ταυτιστεί με τον κύριο χαρακτήρα, τον αντί-ήρωα Κόνερι και τα λοιπά πρόσωπα. Τέτοια στοιχεία είναι για παράδειγμα το Γραφείο Μετανάστευσης, η αίτηση για εργασία μακριά από την πατρίδα, η Νέα Γη της Επαγγελίας, ο καφές Starbucks, το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της Coca Cola, τα κακόφημα μπαρ, η μεροληψία κατά κάποιων εθνικοτήτων, η αγωνία για μια σταθερή δουλειά και το όνειρο για μια συνταξιοδότηση σε ένα όμορφο εξοχικό περιβάλλον, και πολλά άλλα.

Η αφήγηση διανθίζεται με χιουμοριστικά στοιχεία, ίσως κυνικά, ζωντανές μεταφορές και με άφθονες απολαυστικές συγκρίσεις και παρομοιώσεις, πότε υπερβολικές, πότε αστείες. Π.χ. "ο Κόνερι έμοιαζε σαν κέρινη κούκλα έτοιμη να λιώσει", "τα μάτια του έκλεισαν γρήγορα όπως κλείνουν οι βαριές βελούδινες κουρτίνες σε μια παράσταση", "φωνή σαν σοπράνο που είχε χάσει το μεγαλείο της", "πήρε βαθιά ανάσα λες κι έπαιζε ρώσικη ρουλέτα με τον εαυτό του", "μια μπερδεμένη πετονιά 100 μέτρων έμοιαζε η υπόθεση", και πλήθος άλλων που θα ανακαλύψει ο κάθε αναγνώστης μόνος του.

Γενικά, όσον αφορά στη γλώσσα της αφήγησης, ο συγγραφέας δανείζεται δημιουργικά και εύστοχα εκφράσεις από την λαϊκή γλώσσα και την αργκό.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι όλοι επιδέξια σκιαγραφημένοι, ενώ καταγράφονται ή υπονοούνται, σε διάφορες περιστάσεις, ανθρώπινα συναισθήματα, πάθη και προβληματισμοί, όπως η αγάπη και το μίσος, η ματαιοδοξία και η φιλοδοξία, η συμπάθεια και η αντιπάθεια, η παραίτηση, η πλήξη, η διεκδικητικότητα, η απογοήτευση αλλά και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο. 

Επιπλέον, ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο στην αφήγηση του Άγγελου είναι ότι σε κάποια σημεία δεν είναι σαφής η διαχωριστική γραμμή του κόσμου της παρανομίας από τον κόσμο των ντετέκτιβ, καθώς οι δεύτεροι περπατούν στα χωράφια των πρώτων και χρησιμοποιούν τις δικές τους μεθόδους.


Μερικοί αναγνώστες ίσως εξακολουθούν να θεωρούν το αστυνομικό μυθιστόρημα ένα εύκολο είδος. Τους διαβεβαιώνω πως όχι, κάθε άλλο. Όπως και στα άλλα είδη αφήγησης, και εδώ χρειάζεται ίδια ή ακόμα και μεγαλύτερη δεξιοτεχνία και μαστοριά για να ξετυλίξει ο συγγραφέας την ιστορία του, να σκιαγραφήσει μέσα από λόγια και πράξεις, συνήθειες και αντιδράσεις, τον ψυχισμό των χαρακτήρων του. Να διασπείρει μέσα στο κείμενο λεπτομέρειες που θα αποδειχθούν σημαντικές και θα παίξουν έναν ρόλο αποκαλυπτικό, είτε αποκαλύπτοντας οι ίδιες, είτε βοηθώντας στην τελική αποκάλυψη και λύση του προβλήματος.

Η ιστορία πρέπει να ξετυλίγεται με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλεί, ενδιαφέρον, περιέργεια, αγωνία, ίσως ακόμα, τρόμο και φρίκη και να ωθεί τους αναγνώστες να βρουν το δράστη ή τους δράστες. Το έγκλημα πρέπει να είναι «δικαιολογημένο», να εξηγείται δηλαδή το γιατί και το πώς και να συνδέεται λογικά με τον ψυχισμό του δράστη. Να υπάρχει συνοχή, ταίριασμα γεγονότων και προσώπων, ώστε να γεννιέται μια πειστική πλοκή και να δίνεται ένα πειστικό τέλος.

Όλα τα παραπάνω, ο Άγγελος  μας τα δίνει απλόχερα στην ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ του. Μέσω της σωστής «αρχιτεκτονικής» μελέτης της ιστορίας του, και με στοιχεία από διάφορα είδη αστυνομικού μυθιστορήματος, (εκτός του παραδοσιακού), όπως το σκληρό και το αγωνιώδες, καθώς και στοιχεία από τους αγγλόφωνους συγγραφείς (π.χ. Raymond Chandler), μας δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα, επιτυχημένη, μοντέρνα και απολαυστική αστυνομική ιστορία, με την οποία αποδεικνύει ότι έχει το χάρισμα να γράψει όποιο είδος επιθυμεί η καρδιά του ή το χέρι του.

Τον συγχαίρω μέσα από την καρδιά μου για την ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ, τον καλωσορίζω στο χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας και περιμένω το επόμενο γενναίο βήμα του στην συγγραφή!


*Στο διήγημα «Τα τρία μήλα», ένα από τα διηγήματα των Αραβικών ιστοριών «Χίλιες και μια νύχτες», ένα κομματιασμένο πτώμα ανακαλύπτεται τυχαία, και ο χαλίφης Χαρούν αλ-Ρασίντ διατάζει τον βεζίρη του, να ανακαλύψει τον ένοχο μέσα σε τρεις μέρες.



Στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε να ακούσετε όλα όσα ειπώθηκαν τη βραδιά της παρουσίασης:
Την παρουσίαση του βιβλίου από Αγγελική Μπούλιαρη: από 04:50 έως 25:50
Την παρουσίαση του βιβλίου από τη Γιούλη Χρονοπούλου: από 27:00 έως 46:00
Ακολουθεί συζήτηση του συγγραφέα Άγγελου Χαριάτη με το κοινό
https://www.mixcloud.com/panagiotis-sidiropoulos/%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BD/

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Η ΚΑΡΔΙΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ, Μάργκαρετ Άτγουντ

Η ΚΑΡΔΙΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ, Μάργκαρετ Άτγουντ

(The heart goes last, Margaret Atwood)


Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2016
Μετάφραση Έφη Τσιρώνη
Σελίδες 480





Η υπόθεση
Στο εγγύς μέλλον, μετά την τεράστια οικονομική κατάρρευση, ο Σταν και η Σαρμέιν, ένα νέο ζευγάρι, έχουν χάσει και οι δυο τις δουλειές τους. Ο Σταν εργαζόταν στη «Χαμογελορομποτική», στον έλεγχο ποιότητας για τις δομές ενσυναίσθησης των ρομπότ, και η Σαρμέιν εργαζόταν ως οργανώτρια ψυχαγωγίας ηλικιωμένων στην αλυσίδα των Οίκων Ευγηρίας και Κλινικών «Τα Κόκκινα Παπούτσια»*. Τώρα ζουν στο αυτοκίνητό τους, με το φόβο μήπως πέσουν θύματα βιασμού και ληστείας από εκείνους που είναι πιο άποροι και απελπισμένοι από αυτούς, και επιβιώνουν με το μισθό και τα φιλοδωρήματα από την δουλειά της Σαρμέιν ως σερβιτόρας σε ένα μπαρ.
Στη συνέχεια, μαθαίνουν για το Πρόγραμμα Ποσιτρόνιο, στην πόλη της Χρονοκράτησης. Όσοι συμμετέχουν, απολαμβάνουν εγγυημένη κατοικία και εργασία. Το πρόβλημα είναι ότι θα περνούν εναλλάξ ένα μήνα στη φυλακή και ένα μήνα έξω στην πόλη. Επίσης, δεσμεύονται με την υπογραφή τους για όλη τους τη ζωή και δεν θα έχουν τη δυνατότητα να φύγουν ή να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο. Κατά το διάστημα που βρίσκονται στη φυλακή, το σπίτι τους κατοικείται από ένα άλλο ζευγάρι, το οποίο δεν γνωρίζουν ούτε συναντούν ποτέ. Το πρόγραμμα θυμίζει την επιστημονική φαντασία του Τζορτζ Όργουελ, φαίνεται να λύνει την εγκληματικότητα, την ανεργία, σχεδόν όλα τα προβλήματα και εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει κάτι αρνητικό.
Πρόκειται για ένα πείραμα, να μετατραπεί η φυλακή σε μια κερδοφόρα οικονομική μονάδα, τα οφέλη της οποίας αρχικά θα παρέχονται στους κατοίκους της πόλης. Υπάρχει, βέβαια, περιορισμός ατομικών ελευθεριών, κοινωνικός έλεγχος, πράγματα σημαντικά, αλλά από την άλλη η ελεύθερη ζωή έξω από το Ποζιτρόνιο είναι φοβερά επικίνδυνη. Σύντομα η Σαρμέιν και ο Σταν θα ανακαλύψουν, ξεχωριστά ο καθένας, τι συμβαίνει πραγματικά πίσω από τις θωρακισμένες πύλες της φυλακής, ενώ τα πράγματα περιπλέκονται δραματικά, όταν η Σαρμέιν εμπλέκεται ερωτικά με τον άνδρα που μένει στο σπίτι τους κατά το διάστημα που εκείνη και ο Σταν βρίσκονται στη φυλακή. Τότε τα πράγματα αλλάζουν και ξεδιπλώνεται μια σειρά από ανησυχητικά γεγονότα, που βάζουν σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή του Σταν. 
*Πιθανή αναφορά στην ταινία μιούζικαλ  της MGM, «Ο μάγος του Οζ», όπου η Ντόροθυ, την οποία υποδυόταν η Τζούντι Γκάρλαντ, φορούσε τα κόκκινα μαγικά παπούτσια, τα οποία σήμερα θεωρούνται από τα πιο πολύτιμα αντικείμενα-ενθύμια από ταινίες (film memorabilia).


Το βιβλίο 
"Η καρδιά πεθαίνει τελευταία" ξεκινάει ως μυθοπλασία επιστημονικής φαντασίας και καταλήγει σε δυστοπική φάρσα. Αναφέρεται σε ένα δυσοίωνο μέλλον, όμως θα αναγνωρίσουμε πολλά στοιχεία του στο παρόν που ήδη ζούμε. Θα μπορούσε να είναι η περιγραφή μιας σύγχρονης δυστοπικής πραγματικότητας, η περιγραφή μιας κοινωνίας ενός φανταστικού μέλλοντος όπου επικρατεί ένας είδος ολοκληρωτικού καθεστώτος.
Εύκολα διακρίνει κανείς ιδέες της συγγραφέως σχετικά με το δυστοπικό εγγύς μέλλον που η ίδια μας έχει παρουσιάσει καλύτερα στο παρελθόν, σε άλλα έργα της που κινούνται στον χώρο της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας, όπως «Η ιστορία της πορφυρής δούλης», και η τριλογία των βιβλίων «Όρυξ και Κρέικ», «Η χρονιά της πλημμύρας» και «Το τέλος του κόσμου», μόνο που αυτό το βιβλίο, «Η καρδιά πεθαίνει τελευταία», είναι περισσότερο ανάλαφρο.
Σ’ αυτό το βιβλίο, λοιπόν, θίγονται: Οικονομική κατάρρευση, ανεργία, εγκληματικότητα, παρανομία, βία, ανασφάλεια, εμπορία οργάνων, το κυνήγι της ηδονής, εμπορία του σεξ, ο ρόλος των ρομπότ του σεξ και η δεοντολογία βιοτεχνολογίας και απρόσωπης ιατρικής, καθώς και ο περιορισμός της ατομικής ελευθερίας και ο κοινωνικός έλεγχος. Όλα αυτά είναι το «περιβάλλον» μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το κύριο θέμα της σχέσης ενός ζευγαριού ακριβώς μέσα στις δύσκολες, παράξενες και συχνά εξωφρενικές συνθήκες αυτού του μέλλοντος. 
Μέσα από την εξέλιξη της σχέσης τους σ' αυτές τις συνθήκες, πέρα από το δίλημμα «ελευθερία και ανασφάλεια ή ασφάλεια και υποταγή στο καθεστώς», δημιουργούνται πολλά ερωτήματα στον αναγνώστη, σχετικά με την Δύναμη της Αγάπης και τα Όρια της Συγχώρεσης:
Μπορεί κανείς να συγχωρήσει την απιστία μιας νύχτας, έναν μακροχρόνιο ερωτικό δεσμό, την απλή επιθυμία του συντρόφου να τον δει νεκρή/ό, ή ακόμα περισσότερο μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον του; Συγχωρείται μια εμμονική ηδονοβλεψία, ή η φαντασίωση για κάποιον τρίτο;

Η αγάπη κάνει την συγχώρεση ευκολότερη ή ο πόνος της προδοσίας δυσκολεύει περισσότερο την συγχώρεση; Επίσης, η τυχόν δική μας ενοχή για κάτι παρόμοιο ενισχύει ή αποδυναμώνει την ικανότητά μας για συγχώρεση; Και βεβαίως, τι γίνεται μετά την συγχώρεση; Υπάρχει η δυνατότητα μιας ευτυχισμένης συμβίωσης;

Όπως αναφέρεται στην παρουσίαση στο οπισθόφυλλο της έκδοσης στα αγγλικά, "Η Μάργκαρετ Άτγουντ θέτει την ανθρώπινη καρδιά στην απόλυτη δοκιμασία σε ένα λαμπρό νέο μυθιστόρημα, που είναι τόσο διορατικό όσο "Η ιστορία της πορφυρής δούλης", και τόσο ευφάνταστο όπως "Ο τυφλός δολοφόνος"... Η Μάργκαρετ Άτγουντ στην καλύτερη στιγμή της! "


Εν κατακλείδι
Η Μάργκαρετ Άτγουντ, πολυβραβευμένη Καναδή συγγραφέας,  μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της εποχής μας, με το βιβλίο της "Η καρδιά πεθαίνει τελευταία", αποδεικνύει ότι είναι μια ισχυρή φωνή της σύγχρονης λογοτεχνίας, η οποία ισορροπεί το φως και τη σκιά, τη φρίκη και το χιούμορ, δεν διστάζει να σοκάρει με τα γραφόμενά της, αλλά ποτέ δεν αποθαρρύνει τους αναγνώστες της με ένα εντελώς απαισιόδοξο τέλος, αφήνοντας πάντα μια νότα αισιοδοξίας που βασίζεται στην ανθρώπινη δύναμη και την ανθρώπινη καρδιά που, όπως λέει και ο τίτλος του βιβλίου, «πεθαίνει τελευταία». Αφηγηματική δεινότητα, ενδιαφέρουσα πλοκή, ανατροπές και αγωνία, στιγμές εφιαλτικές και άλλες τόσες διασκεδαστικές ή σουρεαλιστικές, καθιστούν αυτό το βιβλίο συναρπαστικό και ευχάριστο. 





Προσωπικά, λατρεύω την Μάργκαρετ Άτγουντ, έχω σχεδόν όλα τα βιβλία της και διαβάζω οτιδήποτε και αν γράφει. Μπορεί να μη θεωρώ αυτό το βιβλίο το καλύτερό της (προτιμώ την Ιστορία της Πορφυρής Δούλης, τον Τυφλό Δολοφόνο ή το Όρυξ και Κρέικ), ωστόσο θαυμάζω απεριόριστα το πνεύμα της, την ευφυΐα, τη φαντασία, την τόλμη, γενικά το συγγραφικό ταλέντο της, αλλά και εκτιμώ τη φεμινιστική και οικολογική της στάση. Χάρηκα αφάνταστα που την συνάντησα τον Σεπτέμβρη  (νομίζω) του 2014 και απόκτησα την ιδιόχειρη αφιέρωσή της, και εύχομαι με όλη μου την καρδιά να εξακολουθήσει να γράφει για πολλά-πολλά χρόνια ακόμη!






Πηγές-Περισσότερα για την Μάργκαρετ Άτγουντ και το βιβλίο της:
https://www.psichogios.gr/site/Authors/show/630/margkaret-atgoynt
https://www.goodreads.com/book/show/24388326-the-heart-goes-last








ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ με τους "Δραπέτες του Ονείρου"- Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ

  ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ – ΜΕ ΤΟΥΣ "ΔΡΑΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ"  Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ 12-07-2025 Με το ...