Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ (BRAVE CITY), Άγγελος Χαριάτης


Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ (BRAVE CITY)
Άγγελος Χαριάτης
Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2018
Σελίδες 192



Ο Άγγελος Χαριάτης που με τα προηγούμενα έργα του μας έχει δείξει ότι του αρέσει να πειραματίζεται με διάφορα λογοτεχνικά είδη, διήγημα, μυθιστόρημα, με αυτό το νέο του βιβλίο, προχωράει με τόλμη αλλά και με τη γνωστή του άνεση στο λόγο και δεξιοτεχνία  σε έναν καινούργιο χώρο, το χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας και μας καλεί να γνωρίσουμε την πόλη που δημιούργησε σε μια εποχή κοντινού μέλλοντος.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην Πόλη των Γενναίων, μια πόλη που προέκυψε όταν οι πάγοι έλιωσαν και ένα νέο κομμάτι ξηράς εμφανίστηκε, κάπου στα βόρεια του Πλανήτη Γη. Κοινό κτήμα όλων των κρατών, η νέα πόλη εποικίστηκε από μετανάστες και ξεκίνησε να διοικείται με τις αρχές της ισονομίας, της ισότητας, των ίσων ευκαιριών. Φάνταζε ως Γη της Επαγγελίας, όμως, όπως σημειώνει μελαγχολικά ο συγγραφέας μέσω του ήρωά του, του αστυνομικού Κόνερι, «όλα είχαν προβλεφτεί, το μόνο που δεν είχε προβλεφτεί ήταν η στόφα του ανθρώπου που όπου και αν βρεθεί, κάνει τα αδύνατα δυνατά για να φέρει την καταστροφή».

Στο αστυνομικό Τμήμα της Πόλης, ο αστυνομικός Κόνερι μαζί με τον συνάδελφό του Κάλαχαν, κατά τη διάρκεια της νυχτερινής τους βάρδιας, λαμβάνουν μια κλήση, που εκ πρώτης όψεως μοιάζει σαν απλή διατάραξη κοινής ησυχίας. Η πραγματικότητα τους διαψεύδει, με αποτέλεσμα ο Κάλαχαν, παρά το ένδοξο όνομά του, να φύγει νωρίς από την ιστορία, ο δε Κόνερυ να αντικρίσει την αποτρόπαια εικόνα ενός τεμαχισμένου πτώματος. *

Ενώ, λοιπόν, ο Κόνερι περιμένει στο πεζοδρόμιο να έρθουν οι αστυνομικές ενισχύσεις, τον πλευρίζει μαύρο όχημα με φιμέ τζάμια, ένα γυναικείο χέρι με μαύρο γάντι προβάλει από το μισάνοιχτο παράθυρο κρατώντας ένα μυστηριώδες κουτάκι με κορδέλα, σαν δώρο, ενώ μια γυναικεία μπάσα και αυταρχική φωνή τον διατάζει να το πάρει.

Ο Κόνερι κάνει τη μοιραία κίνηση, δέχεται το κουτί και αποκρύπτει το γεγονός από την υπηρεσία του. Μετά από αυτό, παγιδεύεται, τα λάθη του συνεχίζονται, οι δολοφονίες διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ ο ίδιος προσπαθεί να κρατηθεί από το γαϊτανάκι των γεγονότων και να εξιχνιάσει το μυστήριο. Η μυστηριώδης φωνή δίνει τις εντολές, ο Κινέζος Λι παρακολουθεί και τρομοκρατεί. Παίζεται ένα ολέθριο παιχνίδι κυριαρχίας που θα έχει νικητές και ηττημένους, όπως άλλωστε, κάθε αστυνομική ιστορία πρέπει να έχει κάποιον νικητή, ακόμα κι αν αυτός ο νικητής είναι έστω μια ιδέα.

Για μια στιγμή ο Κόνερι σκέφτεται να τα πει όλα στο Διοικητή του, αλλά ο φόβος τον ακινητοποιεί. Αναρωτιέται μήπως θα είναι αυτός το επόμενο θύμα, ωστόσο, άβουλος ξανά, περίπου απλός θεατής, περιμένει τις επόμενες κινήσεις των άλλων, δηλαδή της άλλης, της φωνής. Τελικά, όντας σε αδιέξοδο, ο Κόνερι ζητάει τη βοήθεια του ιδιωτικού ντετέκτιβ Καρόλου Λούμπενμπαϊχ. Βεβαίως το όνομα Κάρολος ακούγεται μεγαλοπρεπές, το πρώτο συνθετικό όμως του επωνύμου, ‘Λούμπεν’, μας προϊδεάζει για την κοινωνική τάξη, αλλά ίσως δεν ακούγεται ιδιαίτερα ευοίωνο. Μετά την επιλογή του Κόνερι από τη φωνή για να συμμετάσχει σ’ αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι, έχουμε ακόμα μια επιλογή, τυχαία, από τον Κόνερι αυτή τη φορά, του Λούμπενμπαϊχ, που θα αλλάξει τη ζωή των χαρακτήρων.

Ο ντετέκτιβ μας αντιλαμβάνεται κάποια στιγμή ότι η επιλογή του ίδιου από τη φωνή κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν και σπάει το κεφάλι του να ανακαλύψει γιατί επέλεξαν αυτόν, ποιος είναι ο σκοπός τους και πάνω απ’ όλα ποιο πρόσωπο κρύβεται πίσω από τη βραχνή μυστηριώδη φωνή. Μπορεί να τους σταματήσει, μόνο αν καταφέρει να παραμείνει ζωντανός και τους αποκαλύψει, και για να γίνει αυτό θα πρέπει να επιδείξει μια γενναιότητα ανάλογη της ονομασίας της Πόλης και του Αστυνομικού Τμήματος όπου υπηρετεί. Μαζί του ψάχνουμε και αγωνιούμε κι εμείς.

Από τις πρώτες σελίδες, ο συγγραφέας μας στην ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ του, μέσα από διάφορες λεπτομέρειες, διεσπαρμένες εντέχνως, μας γνωρίζει τον ήρωα ή μάλλον τον (κλασικό) αντί-ήρωα της ιστορίας του, τον Κόνερι. Καπνίζει φτηνό χύμα τσιγάρο, μένει σε μια κακόφημη συνοικία, έχει τιμωρηθεί με δύο μήνες διαθεσιμότητα επειδή πυροβόλησε από λανθασμένο υπολογισμό έναν μετανάστη, ιδρώνουν τα χέρια του, δεν είναι ψύχραιμος και πανικοβάλλεται, υποφέρει από πονοκεφάλους και από κάποιο είδος νεύρωσης που τον κάνει να μετράει και να ξαναμετράει τα σκαλιά, είναι χήρος και δεν φαίνεται να έχει ξεπεράσει το πένθος, και τέλος δεν είναι αποφασιστικός, αλλά αντίθετα πηγαίνει όπου τον οδηγούν οι καταστάσεις ή οι άλλοι.

Ο συγγραφέας  αναπτύσσοντας ευθύγραμμα την ιστορία του, με σποραδική χρήση φλας μπακ, εισάγει με δεξιοτεχνία στα κεφάλαια κάθε φορά και έναν νέο χαρακτήρα, για τον οποίο μας δίνει πληροφορίες μέσα από μικρές λεπτομέρειες και καθημερινές συνήθειες. Έτσι, σταδιακά, γνωρίζουμε, επίσης, τον Κράβιτς, τον Νίλσεν, τον Διοικητή. Ποια θα είναι η τύχη τους; Ποιος θα είναι ο ρόλος τους σε σχέση με τον Κόνερι;

Με τον ίδιο τρόπο μας δίνει διάσπαρτες πληροφορίες για την Πόλη των Γενναίων και την κοινωνία της, ενώ συνηθισμένα πράγματα από τη δική μας σημερινή κοινωνία παρουσιάζονται επιδέξια σε διάφορα σημεία της ιστορίας, προσδίδουν αληθοφάνεια και δημιουργούν ένα ρεαλιστικό πλαίσιο για την εξέλιξη της πλοκής. Ταυτοχρόνως δίνουν τη δυνατότητα στον αναγνώστη να ταυτιστεί με τον κύριο χαρακτήρα, τον αντί-ήρωα Κόνερι και τα λοιπά πρόσωπα. Τέτοια στοιχεία είναι για παράδειγμα το Γραφείο Μετανάστευσης, η αίτηση για εργασία μακριά από την πατρίδα, η Νέα Γη της Επαγγελίας, ο καφές Starbucks, το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της Coca Cola, τα κακόφημα μπαρ, η μεροληψία κατά κάποιων εθνικοτήτων, η αγωνία για μια σταθερή δουλειά και το όνειρο για μια συνταξιοδότηση σε ένα όμορφο εξοχικό περιβάλλον, και πολλά άλλα.

Η αφήγηση διανθίζεται με χιουμοριστικά στοιχεία, ίσως κυνικά, ζωντανές μεταφορές και με άφθονες απολαυστικές συγκρίσεις και παρομοιώσεις, πότε υπερβολικές, πότε αστείες. Π.χ. "ο Κόνερι έμοιαζε σαν κέρινη κούκλα έτοιμη να λιώσει", "τα μάτια του έκλεισαν γρήγορα όπως κλείνουν οι βαριές βελούδινες κουρτίνες σε μια παράσταση", "φωνή σαν σοπράνο που είχε χάσει το μεγαλείο της", "πήρε βαθιά ανάσα λες κι έπαιζε ρώσικη ρουλέτα με τον εαυτό του", "μια μπερδεμένη πετονιά 100 μέτρων έμοιαζε η υπόθεση", και πλήθος άλλων που θα ανακαλύψει ο κάθε αναγνώστης μόνος του.

Γενικά, όσον αφορά στη γλώσσα της αφήγησης, ο συγγραφέας δανείζεται δημιουργικά και εύστοχα εκφράσεις από την λαϊκή γλώσσα και την αργκό.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι όλοι επιδέξια σκιαγραφημένοι, ενώ καταγράφονται ή υπονοούνται, σε διάφορες περιστάσεις, ανθρώπινα συναισθήματα, πάθη και προβληματισμοί, όπως η αγάπη και το μίσος, η ματαιοδοξία και η φιλοδοξία, η συμπάθεια και η αντιπάθεια, η παραίτηση, η πλήξη, η διεκδικητικότητα, η απογοήτευση αλλά και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο. 

Επιπλέον, ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο στην αφήγηση του Άγγελου είναι ότι σε κάποια σημεία δεν είναι σαφής η διαχωριστική γραμμή του κόσμου της παρανομίας από τον κόσμο των ντετέκτιβ, καθώς οι δεύτεροι περπατούν στα χωράφια των πρώτων και χρησιμοποιούν τις δικές τους μεθόδους.


Μερικοί αναγνώστες ίσως εξακολουθούν να θεωρούν το αστυνομικό μυθιστόρημα ένα εύκολο είδος. Τους διαβεβαιώνω πως όχι, κάθε άλλο. Όπως και στα άλλα είδη αφήγησης, και εδώ χρειάζεται ίδια ή ακόμα και μεγαλύτερη δεξιοτεχνία και μαστοριά για να ξετυλίξει ο συγγραφέας την ιστορία του, να σκιαγραφήσει μέσα από λόγια και πράξεις, συνήθειες και αντιδράσεις, τον ψυχισμό των χαρακτήρων του. Να διασπείρει μέσα στο κείμενο λεπτομέρειες που θα αποδειχθούν σημαντικές και θα παίξουν έναν ρόλο αποκαλυπτικό, είτε αποκαλύπτοντας οι ίδιες, είτε βοηθώντας στην τελική αποκάλυψη και λύση του προβλήματος.

Η ιστορία πρέπει να ξετυλίγεται με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλεί, ενδιαφέρον, περιέργεια, αγωνία, ίσως ακόμα, τρόμο και φρίκη και να ωθεί τους αναγνώστες να βρουν το δράστη ή τους δράστες. Το έγκλημα πρέπει να είναι «δικαιολογημένο», να εξηγείται δηλαδή το γιατί και το πώς και να συνδέεται λογικά με τον ψυχισμό του δράστη. Να υπάρχει συνοχή, ταίριασμα γεγονότων και προσώπων, ώστε να γεννιέται μια πειστική πλοκή και να δίνεται ένα πειστικό τέλος.

Όλα τα παραπάνω, ο Άγγελος  μας τα δίνει απλόχερα στην ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ του. Μέσω της σωστής «αρχιτεκτονικής» μελέτης της ιστορίας του, και με στοιχεία από διάφορα είδη αστυνομικού μυθιστορήματος, (εκτός του παραδοσιακού), όπως το σκληρό και το αγωνιώδες, καθώς και στοιχεία από τους αγγλόφωνους συγγραφείς (π.χ. Raymond Chandler), μας δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα, επιτυχημένη, μοντέρνα και απολαυστική αστυνομική ιστορία, με την οποία αποδεικνύει ότι έχει το χάρισμα να γράψει όποιο είδος επιθυμεί η καρδιά του ή το χέρι του.

Τον συγχαίρω μέσα από την καρδιά μου για την ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ, τον καλωσορίζω στο χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας και περιμένω το επόμενο γενναίο βήμα του στην συγγραφή!


*Στο διήγημα «Τα τρία μήλα», ένα από τα διηγήματα των Αραβικών ιστοριών «Χίλιες και μια νύχτες», ένα κομματιασμένο πτώμα ανακαλύπτεται τυχαία, και ο χαλίφης Χαρούν αλ-Ρασίντ διατάζει τον βεζίρη του, να ανακαλύψει τον ένοχο μέσα σε τρεις μέρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου