Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ ΟΙ ΚΑΡΑΒΙΔΕΣ, της Ντέλια Όουενς

 


Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες

της Ντέλια Όουενς

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Εκδόσεις ΔΩΜΑ / βιβλία στην Αθήνα, 2019

 

Για χρόνια, οι φήμες για την Πιτσιρίκα του Βάλτου έδιναν κι έπαιρναν στο Μπάρκλι Κόουβ, ένα ήσυχο ψαροχώρι της Βόρειας Καρολίνας. Ο θάνατος του νεαρού Τσέις Άντριους τις έκανε να φουντώσουν ακόμη περισσότερο. Ποιος θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει, αν όχι εκείνο το αγριοκόριτσο που ζούσε μονάχο του στα βάθη του βάλτου;

Αλλά την Κάια δεν την είχαν καταλάβει. Ευαίσθητη και έξυπνη, είχε καταφέρει να επιβιώσει ολομόναχη, εγκαταλελειμμένη απ’ τους ανθρώπους, παρέα με τους γλάρους και μ’ όσα της δίδαξε η άμμος κι η αρμύρα. Όταν δύο νεαροί απ’ το χωριό γοητεύονται απ’ την άγρια ομορφιά της, η Κάια ανοίγεται σε μια καινούργια ζωή. Αλλά τότε συμβαίνει το αδιανόητο.

Μια ωδή στον φυσικό κόσμο και μια σπαρακτική ιστορία ενηλικίωσης, που μας υπενθυμίζει πώς τα παιδικά μας χρόνια μάς καθορίζουν για πάντα και ότι η ανθρώπινη φύση κουβαλά αρχέγονα, βίαια μυστικά, απ’ τα οποία κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει. (Οπισθόφυλλο)

«Η Κάια άφησε το περιοδικό στα πόδια της με το μυαλό της να ταξιδεύει σαν τα σύννεφα. Κάποια θηλυκά έντομα τρώνε το ταίρι τους, μητέρες από την οικογένεια των θηλαστικών εγκαταλείπουν τα μικρά τους λόγω του μεγάλου στρες, πολλά αρσενικά βρίσκουν ριψοκίνδυνους ή πανούργους τρόπους ώστε το σπέρμα τους να επικρατήσει των ανταγωνιστών τους. Τίποτα δεν είναι υπερβολικά απρεπές εφόσον βοηθάει να συνεχιστεί ο κύκλος της ζωής. Η Κάια ήξερε πως αυτό δεν αποτελούσε κάποια σκοτεινή πλευρά της Φύσης· ήταν απλώς επινοητικοί τρόποι να τα βγάζεις πέρα όταν όλα είναι εναντίον σου. Και με τους ανθρώπους, το πράγμα σίγουρα πήγαινε ακόμα πιο μακριά.» (Απόσπασμα)



Το μυθιστόρημα ξεκινάει με έναν μικρό πρόλογο τοποθετημένο χρονικά στο έτος 1969, στον οποίο η συγγραφέας μας περιγράφει σε δύο μόλις πυκνές παραγράφους το έλος, συμπερασματικά, ως τον τόπο όπου «η ζωή σαπίζει και όζει και επιστρέφει στο βρεγμένο χώμα, έναν βρωμερό λάκκο όπου ο θάνατος γεννοβολά ζωή», και αμέσως μετά πληροφορούμαστε την εύρεση του πτώματος του Τσέις Άντριους.

Με το πρώτο κεφάλαιο να μας μεταφέρει πίσω στο χρόνο, στο έτος 1952, αρχίζει η ιστορία της Κάια, της Πιτσιρίκας του Βάλτου. Στα κεφάλαια που ακολουθούν, η συγγραφέας πηγαινοέρχεται μπρος πίσω στο χρόνο στα διάφορα κεφάλαια, από το 1952 έως το 1970, αποκαλύπτοντας σταδιακά τα ενδιάμεσα γεγονότα μέχρι το θάνατο του Τσέις, και δίνοντας ένα απροσδόκητο και συνταρακτικό φινάλε.

Ποια είναι η Κάια, ή «Πιτσιρίκα του Βάλτου»; Η Κάια ήταν έξι ετών, το μικρότερο παιδί της οικογένειας, όταν η Μητέρα της εγκατέλειψε ξαφνικά τη συζυγική στέγη, χωρίς να ρίξει βλέμμα πίσω της. Σύντομα, όλα τα αδέλφια της ακολούθησαν το φευγιό της, αφήνοντας τελικά την Κάια μόνη, μαζί με τον συχνά απόντα, αλκοολικό και βίαιο πατέρα. Η ζωή της αλλάζει. Είναι υποχρεωμένη να μάθει να φροντίζει την παράγκα τους, να μαγειρεύει, να καθαρίζει και να φροντίζει και τους δυο τους. Πρέπει να μάθει να ψωνίζει, να μαγειρεύει αλλά και να προμηθεύεται φαγητό για τον εαυτό της, σε περίπτωση απουσίας του πατέρα της. Όλα αυτά, ενώ αντιμετωπίζει την απόλυτη ερημιά του βάλτου, τα αισθήματα της εγκατάλειψης και της απώλειας καθώς και τη διάψευση των ελπίδων της ότι, δεν μπορεί, η Μητέρα κάποια στιγμή θα επιστρέψει. Οι περισσότεροι αξιοσέβαστοι ντόπιοι περιφρονούν το κορίτσι, το κρίνουν, το γελοιοποιούν και το εκφοβίζουν. Όμως, ευτυχώς, υπάρχουν και οι λίγοι εκείνοι, όπως ο Σάλτας και η σύζυγός του, η Μέιμπελ, που αν και έχουν τα λιγότερα για να δώσουν, δίνουν στην Κάια τα περισσότερα και τα πιο σημαντικά: καλοσύνη, φιλία, αγάπη και βοήθεια για την επιβίωση.

Η Μητέρα Φύση γίνεται κυριολεκτικά η τροφός  και δασκάλα της Κάια. Μέσα στην πιστή αγκαλιά μιας άγριας φύσης που δεν κάνει διακρίσεις, η Κάια βρίσκει καταφύγιο, κρύβεται και μεγαλώνει ως πρωταρχικό ανεξάρτητο ον, μαθαίνει  για τη ζωή μέσω των αλληλεπιδράσεών της με τα πλάσματα του Βάλτου, αλλά και ενστερνίζεται το ελεύθερο πνεύμα της φύσης.

Αυτά, έως ότου ένα νεαρό αγόρι από την πόλη, ο Τέιτ, που υπήρξε φίλος του μεγαλύτερου αδερφού της, επιζητεί τη φιλία της και την διδάσκει ανάγνωση, γραφή και αριθμητική, ανοίγοντας έτσι ένα μεγάλο, φωτεινό παράθυρο στην μέχρι τότε αγέλαστη ύπαρξή της. Η φιλία του, η αποδοχή του, όσα της διδάσκει, την κάνουν ευτυχισμένη, μέχρι τη στιγμή που ο Τέιτ πρέπει να φύγει για σπουδές στο Πανεπιστήμιο.

Ο δεύτερος νεαρός άνδρας που μπαίνει στη ζωή της, είναι ο Τσέις Άντριους, τοπικός θρύλος του ποδοσφαίρου. Με λόγια και υποσχέσεις, την κάνει να ελπίζει σε ένα μέλλον όπου θα έχει την ευκαιρία να γίνει αποδεκτή, να ανήκει κάπου, να αναπτυχθεί και να αγαπηθεί. Άραγε, θα εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, ή θα επαναληφθεί η ίδια παλιά ιστορία;

Το 1969, ο Τσέις Άντριους βρίσκεται νεκρός. Οι εικασίες γίνονται στρόβιλος σχετικά με το κίνητρο και τους πιθανούς υπόπτους, ενώ οργιάζουν ξανά οι φήμες που κυκλοφορούσαν εδώ και χρόνια για τη σχέση του Τσέις με το Κορίτσι του Βάλτου. Θα μπορούσε να είναι αυτή η δολοφόνος του; Τι κίνητρο θα μπορούσε να έχει; Έχει άλλοθι και ποιο; Και ποια θα είναι η αντίδραση της αδιάφορης, υποκριτικής και προκατειλημμένης τοπικής κοινωνίας; Θα την αποδεχτούν ή θα την αναθεματίσουν;

Το μυθιστόρημα ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ ΟΙ ΚΑΡΑΒΙΔΕΣ είναι μια συγκινητική, άλλοτε σκληρή και κάποιες φορές τρυφερή περιγραφή της γενναίας επιβίωσης της Κάια Κλαρκ, ενός μικρού κοριτσιού που εγκαταλείφθηκε από γονείς, αδέλφια, το σχολικό σύστημα, ολόκληρη την πόλη που την περιβάλλει, και εντέλει από ό,τι αποκαλούμε ζωή. Είναι μια ιστορία αντοχής και επιβίωσης, ελπίδας και αγάπης, απώλειας και ερημιάς, απελπισίας και προκατάληψης, αποφασιστικότητας και δύναμης.

Η γραφή μοναδική, πυκνή και ατμοσφαιρική, εξαιρετικά όμορφη, με καθηλωτική φαντασία, κόβει την ανάσα. Η  ματιά της συγγραφέα στους νόμους της Φύσης τόσο διεισδυτική, που πιστεύω ότι αρκετοί αναγνώστες θα αντιληφθούν και θα κατανοήσουν τη Φύση με αυτόν τον τρόπο για πρώτη φορά. Λυρισμός και ποίηση υπάρχουν στο έργο, μόνο όσο χρειάζεται για να αποδοθούν τα βαθύτερα ανθρώπινα συναισθήματα και η σύνδεση του ανθρώπου με τη μητέρα φύση.

Στο βιβλίο της Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες, η συγγραφέας, Ντέλια Όουενς, αντιπαραθέτει μια βαθυστόχαστη ωδή προς τον φυσικό κόσμο απέναντι  σε μια εκπληκτική και πανέμορφη ιστορία ενηλικίωσης και ένα μυστήριο που στοιχειώνει. Στοχαστικό, σοφό και βαθιά συγκινητικό, το πρώτο μυθιστόρημα της Όουενς, μας υπενθυμίζει ότι διαμορφωνόμαστε για πάντα από το παιδί μέσα μας, ενώ επίσης εξαρτόμαστε από τα όμορφα και βίαια μυστικά που κρατάει η φύση.

Από τα πιο όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία δέκα χρόνια!

 


Delia Owens (1949) είναι Αμερικανίδα ζωολόγος και συγγραφέας. Για 23 χρόνια, έζησε σε ορισμένες από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Αφρικής, μελετώντας λιοντάρια, ελέφαντες, και άλλα ζώα. Έχει γράψει, μαζί με τον πρώην σύζυγό της, τρία βιβλία για την άγρια ζωή στην Αφρική, τα οποία έγιναν διεθνείς επιτυχίες. Έχει βραβευτεί με το John Burroughs Award for Nature Writing, ενώ άρθρα και μελέτες της έχουν δημοσιευτεί, μεταξύ άλλων, στο Nature, στο African Journal of Ecology και στο International Wildlife. Το Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες είναι το πρώτο της μυθοπλαστικό έργο.

 

 https://www.loutraki365.gr/blog/post/logotehniai-aggeliki-mpoyliari-proteinei-ekei-poy-tragoydane-oi-karavides  -  29 December 2021



Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ, Σαμ Λόιντ

 

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Συγγραφέας: ΣΑΜ ΛΟΪΝΤ

Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ

Εκδόσεις:      ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2020

Σελίδες:         470

 




Το ντεμπούτο του Σαμ Λόιντ είναι ένα αξέχαστο ψυχολογικό θρίλερ, μια τέλεια περιγραφή ενός εφιάλτη, που όλοι οι γονείς φοβούνται και κάποιοι, δυστυχώς, βιώνουν, μια καταπληκτική περιγραφή απαγωγής παιδιών. Άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας, απ’ αυτόν ακριβώς τον φόβο εμπνεύστηκε την ιδέα για το βιβλίο του, όταν συνόδευσε το γιο του σε ένα τουρνουά σκακιού, σε έναν πολυάσχολο χώρο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου η σύζυγός του ανησυχούσε διαρκώς για τον πρωτότοκο γιο τους, σκεπτόμενη διάφορα φανταστικά σενάρια απαγωγής.

Η 13χρονη Ελίσα, ένα έξυπνο και ώριμο κορίτσι και χαρισματική παίκτρια σκακιού, και η ανύπαντρη μητέρα της, Λένα, ταξιδεύουν από το σπίτι τους στο Σόλσμπερι για να φτάσουν σε ένα ξενοδοχείο στο Μπόρνμουθ, όπου η Ελίσα θα συμμετάσχει σε έναν διαγωνισμό Σκακιού. Η Ελίσα απάγεται έξω από το χώρο της εκδήλωσης και ναρκώνεται. Όταν ξυπνά, βρίσκεται δεμένη με χειροπέδες σε ένα υπόγειο, θεοσκότεινο κελάρι.

Την ανακαλύπτει και την επισκέπτεται ένας απελπισμένα μοναχικός 12χρονος, ο Ελάιτζα, που ζει εκεί, στο Δάσος της Μνήμης, στο σπίτι του, από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Είναι ένα έξυπνο αγόρι, πεινασμένο για παρέα. Οι επιθυμίες τους συγκρούονται: Η Ελίσα αποζητά απεγνωσμένα τη βοήθεια του Ελάιτζα, όμως, εκείνος δεν θέλει με τίποτα να χάσει μια φίλη, και τη συμβουλεύει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του απαγωγέα της, για να επιβιώσει.

Το πηχτό σκοτάδι δεν της επιτρέπει να δει πρόσωπα ή αντικείμενα, κι έτσι η Ελίσα, απίστευτα γενναία και αποφασισμένη να αγωνιστεί με κάθε τρόπο για να σωθεί και να σώσει τη μητέρα της από τον πόνο της δικής της απώλειας, επιστρατεύει τις υπόλοιπες αισθήσεις της, το ένστικτό της, το μυαλό της, σ’ αυτή τη μέχρις εσχάτων μάχη.

Η Ελίσα προσεγγίζει και πλαισιώνει την τρομακτικά δύσκολη κατάστασή της, με όρους με τους οποίους είναι απόλυτα εξοικειωμένη, όρους από τον κόσμο του σκακιού. Αξιοποιεί τις στρατηγικές του παιχνιδιού, ενός παιχνιδιού αυτή τη φορά με έναν απαιτητικό αντίπαλο, όπου το διακύβευμα είναι το υψηλότερο δυνατόν, αφού η ίδια της η ζωή εξαρτάται από τη νίκη της σ’ αυτόν τον αγώνα.

Το σκάκι κινεί αμέσως το ενδιαφέρον του Ελάιτζα, καθώς η Ελίσα εξηγεί τους κανόνες του. Είναι ένα παιχνίδι που εκείνος δεν έχει γνωρίσει ποτέ,  και που τώρα θέλει να παίξει μαζί της περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Η Ελίσα τον δελεάζει με τη δυνατότητα επίτευξης του στόχου του, ελπίζοντας να τον χειριστεί για να την βοηθήσει ακούσια.

Παρακολουθούμε το απελπισμένο σενάριο της Ελίσα και τη σχέση της με τον Ελάιτζα μέσα από την οπτική του φρικιαστικού και τρομαχτικού παιδικού παραμυθιού, με το Σπίτι από Μελόψωμο και γλυκίσματα, τον Χάνσελ και την Γκρέτελ, το δαιμονικό άσπρο πουλί, που είναι ο απαγωγέας, και την Κακή Μάγισσα.

Επικεφαλής της επιχείρησης έρευνας και αναζήτησης της Ελίσα είναι η αστυνομική επιθεωρήτρια Μαρέιντ ΜακΚάλαχ, μια γυναίκα τριάντα οκτώ ετών, η οποία, ταυτοχρόνως, έχει να αντιμετωπίσει δύσκολες προσωπικές καταστάσεις, εξαιτίας των οποίων ταυτίζεται με την Ελίσα και τον πόνο της μητέρας της, Λένα. Άραγε, μπορεί να βρει την Ελίσα πριν συμβεί το χειρότερο;

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο Πρώτο Μέρος, κάθε Κεφάλαιο φέρει ως επικεφαλίδα το όνομα του Χαρακτήρα στον οποίο εστιάζει ο συγγραφέας, καθώς και τον αριθμό της Ημέρας στην οποία αναφέρεται, μετρώντας από τη στιγμή της απαγωγής. Η όλη ιστορία διαρκεί 7 ημέρες, και η αφήγηση ξεκινάει από την 6η Ημέρα. Στο Δεύτερο (και αρκετά μικρότερο) Μέρος, τα Κεφάλαια φέρουν ως επικεφαλίδα μόνο το όνομα του Χαρακτήρα.

Ο Σαμ Λόιντ έγραψε ένα ατμοσφαιρικό, συναρπαστικό και  αγωνιώδες μυθιστόρημα, που διαδραματίζεται στον ανατριχιαστικό τόπο του Δάσους της Μνήμης. Είναι μια ιστορία γεμάτη ανατροπές, όπου οι δυνάμεις του κακού παίζουν το δικό τους παιχνίδι,  και όπου οι αναξιόπιστες αναμνήσεις, τα ζητήματα ψυχικής υγείας και οι πληγωμένες ψυχές μπλέκονται με τα πιο φρικτά εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος αθώων και ευάλωτων παιδιών. Αυτό είναι το άβολο σημείο για τον αναγνώστη, αλλά το βιβλίο τον αποζημιώνει. Είναι τόσο καθηλωτικό που όχι μόνο δεν το αφήνει από τα χέρια του, αλλά παραμένει στη μνήμη του για καιρό. Είναι από τα βιβλία που αξίζει να διαβαστούν και, επιπλέον, διαβάζονται και δεύτερη φορά, ενώ συγκαταλέγεται στις λίστες με τα καλύτερα βιβλία του 2020.




https://enloutrakio.gr/%ce%b7-%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%b1%cf%81%ce%b7-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%b5%ce%b9%cf%84%ce%bf-%ce%b4%ce%b1%cf%83/


Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ, της ΠΟΛΑ ΜΑΚΛΕΪΝ

 

ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ

Της ΠΟΛΑ ΜΑΚΛΕΪΝ

Μετάφραση: Φωτεινή Πίπη

Εκδόσεις:      Ψυχογιός, 2019

Σελίδες:         428

 



Μπορείς να αγαπάς κάποιον υπερβολικά;

Αυτό το ερώτημα θέτει η συγγραφέας στο βιβλίο της, ενώ αφηγείται μια βαθιά υποβλητική ιστορία αγάπης, φιλοδοξίας και προδοσίας, και καταγράφει μια αξιοσημείωτη χρονική περίοδο και μια ερωτική σχέση μεταξύ δύο αξέχαστων ανθρώπων: του Έρνεστ Χέμινγουεϊ και της συζύγου του, Χάντλι Ρίτσαρντσον.

Σικάγο, 1920. Η Χάντλι Ρίτσαρντσον είναι μια κοπέλα «καλής οικογενείας», συγκρατημένη και καθωσπρέπει. Μέχρι τη μέρα που εισβάλλει στη ζωή της ένας παρορμητικός και απίστευτα γοητευτικός άντρας που ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας: ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ερωτεύονται παράφορα, παντρεύονται και φεύγουν για το Παρίσι, όπου θα γίνουν το χρυσό ζευγάρι μιας μυθικής παρέας, στην οποία συμμετέχουν η Γερτρούδη Στάιν, ο Έζρα Πάουντ και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.

Αν και είναι βαθιά ερωτευμένοι, ο Έρνεστ και η Χάντλι, ωστόσο δεν είναι καλά προετοιμασμένοι για την άφθονη κατανάλωση αλκοόλ, την ακατάπαυστη μουσική της τζαζ και τη γρήγορη ζωή του μποέμικου Παρισιού, το οποίο δεν εκτιμά τις παραδοσιακές έννοιες της οικογένειας και της μονογαμίας.

Περιτριγυρισμένος από όμορφες γυναίκες και ανταγωνιστικούς άντρες, ο Έρνεστ αγωνίζεται να βρει τη φωνή που θα του χαρίσει μια θέση στην ιστορία της Λογοτεχνίας, μεταφέροντας όλο τον πλούτο και την ένταση της ζωής του με την Χάντλι και τον κύκλο των φίλων τους, στο μυθιστόρημά του, «Κι ο ήλιος ανατέλλει (Φιέστα).

Η Χάντλι, εν τω μεταξύ, προσπαθεί να διατηρήσει την αίσθηση του εαυτού της, καθώς οι απαιτήσεις της ζωής με τον Έρνεστ είναι πολυδάπανες, και οι ρόλοι της ως συζύγου, φίλης και μούσας γίνονται ολοένα και πιο απαιτητικοί.

Παρά την εξαιρετική σχέση τους και την απόκτηση του γιου τους, Μπάμπι, τελικά θα αναγκαστούν να αντιμετωπίσουν την απόλυτη κρίση του γάμου τους, που θα οδηγήσει στο γκρέμισμα όλων εκείνων για τα οποία έχουν αγωνιστεί τόσο σκληρά.


Ο ίδιος ο Έρνεστ έγραψε αργότερα ότι θα προτιμούσε να είχε πεθάνει παρά να έχει ερωτευτεί οποιαδήποτε άλλη πέρα από τη Χάντλι, ενώ διηγήθηκε στον φίλο του, δημοσιογράφο, Ααρών Χότσνερ, όλη την αλήθεια για τη ρομαντική ζωή στο Παρίσι, τις λεπτομέρειες της εξωσυζυγικής του σχέσης με την Πωλίν Φάιφερ που κατέστρεψε τον πρώτο του γάμο, και για το πώς, χωρίζοντας τη Χάντλι, έχασε το «αληθινό μέρος κάθε γυναικείου χαρακτήρα που θα πρωταγωνιστούσε στα βιβλία του», όπως και τη μεγάλη αγάπη που μάταια θα αναζητούσε ξανά στην υπόλοιπη ζωή του. (Όλα αυτά καταγράφηκαν από τον Α. Χότσνερ στο βιβλίο του «Ερωτευμένος Χεμινγουέϊ», από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος).

Ένας από τους πιο μεγάλους και θυελλώδεις έρωτες στον χώρο της λογοτεχνίας γίνεται από την ταλαντούχα Πόλα ΜακΛέιν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, που σκιαγραφεί έξοχα τόσο τη σύντροφο του συγγραφέα, τη «Σύζυγο του Παρισιού», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, όσο και τον άντρα πίσω από τον συγγραφέα, και που δικαίως αγαπήθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, έχοντας μεταφραστεί σε 34 γλώσσες.




Η ΠΟΛΑ ΜΑΚΛΕΪΝ γεννήθηκε στο Φρέσνο της Καλιφόρνια το 1965. Μεγάλωσε αλλάζοντας συχνά ανάδοχες οικογένειες, όπως και οι δύο αδελφές της, μιας και γνώρισε τη γονική εγκατάλειψη από την ηλικία των τεσσάρων ετών. Δούλεψε από βοηθός νοσοκόμου μέχρι ντιλίβερι και σερβιτόρα, ώσπου να αποφασίσει ότι μπορούσε (και ήθελε πολύ) να γράφει. Σπούδασε ποίηση στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, μια αυτοβιογραφία και τέσσερα μυθιστορήματα, αποσπώντας πολλές υποτροφίες και διακρίσεις. Ζει με την οικογένειά της στο Κλίβελαντ.


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Α-τύπος, Τεύχος 04, Ιούλιος 2020



Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Ο ΜΕΓΑΣ, της Βέρα Μουταφτσίεβα

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Διλογία της    Βέρα Μουταφτσίεβα

Μετάφραση:   Πάνος Σταθόγιαννης

Εκδόσεις:       "ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ"-Α. Α. Λιβάνη, 1977

Σελίδες:          432

 

Ο Αλκιβιάδης Κλεινίου Σκαμβωνίδης, είναι η πλέον μυθιστορηματική προσωπικότητα της Κλασικής Αθήνας και έχει προκαλέσει θυελλώδεις και αντιφατικές αντιδράσεις στους μελετητές της αρχαιότητας. Σύμφωνα με τα γραπτά του Πλούταρχου και του Πλάτωνα, ο Αλκιβιάδης είχε μια πολύ εντυπωσιακή εμφάνιση, ήταν πανέμορφος, έξυπνος και γοητευτικός, και άρεσε εξίσου σε γυναίκες και άντρες.

Όσον αφορά στον χαρακτήρα του, του έχουν δοθεί πολλοί χαρακτηρισμοί, όπως νάρκισσος, εγωπαθής, προδότης, φιλόδοξος, διψασμένος για εξουσία, πανούργος, ευφυής, ευρηματικός, στρατηγικός νους, αμοραλιστής. Ακόμα και σήμερα όμως μας απασχολεί το ερώτημα: «Ποιος ήταν πραγματικά ο Αλκιβιάδης; Τι υπήρχε μέσα του που τον έσπρωχνε διαρκώς να κάνει κινήσεις που άλλαζαν το πολιτικό σκηνικό, να σκηνοθετεί και να προκαλεί γεγονότα, να σχεδιάζει τη ροή τους, να προβλέπει τις εξελίξεις και να επωφελείται; Υπήρξε ποτέ χώρος στην καρδιά του και για κάτι άλλο ή για κάποιον άλλον πέρα από την πολιτική και το παιχνίδι;"

Τις απαντήσεις επιχειρεί και καταφέρνει εν πολλοίς να δώσει η συγγραφέας με αυτή τη διλογία, καθώς πολλά ερωτήματα απαντώνται, ενώ κάποια άλλα εγείρονται σχετικά με την προσωπικότητα των ηρώων, τη δική τους ηθική, αλλά και τις ηθικές αξίες γενικότερα και το νόημα της ζωής.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη, τα οποία μπορούν να διαβαστούν ως δύο αυτοτελείς ιστορίες, με όποια σειρά επιθυμεί ο αναγνώστης.

Στο πρώτο μέρος διαβάζουμε την ιστορία του Αλκιβιάδη του Μικρού, ενός περίπου σύγχρονου επιστήμονα που εργάζεται σε ένα αυταρχικό καθεστώς, το οποίο τον πιέζει και αποδεικνύεται λίγο για τις φιλοδοξίες του, πράγμα που τον ωθεί σε επικίνδυνες κινήσεις.

Στο δεύτερο μέρος παρακολουθούμε την περιπετειώδη ζωή του ευφυούς, τολμηρού και ριψοκίνδυνου Έλληνα Αλκιβιάδη της αρχαιότητας, του Μεγάλου, όπως τον χαρακτηρίζει η συγγραφέας και ιστορικός Βέρα Μουταφτσίεβα.

Η συγγραφέας δεν επέλεξε τυχαία να αφηγηθεί μαζί τις ιστορίες τους, καθώς τους ήρωες ενώνουν πολλά στοιχεία, με κυρίαρχα την φιλοδοξία, την ευφυΐα, τον αμοραλισμό και το ανήσυχο πνεύμα. Πρέπει, όμως, να σημειώσουμε ότι το δεύτερο μέρος, το οποίο αναφέρεται στον Έλληνα Αλκιβιάδη, υπερτερεί σε όλα τα σημεία έναντι του πρώτου.

Με αφήγηση γλαφυρή, στην οποία συμβάλλει τα μέγιστα η εξαιρετική μετάφραση του Πάνου Σταθόγιαννη, και με πλοκή συναρπαστική, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και την αγωνία και μας συγκινεί, η συγγραφέας διηγείται όλα τα ιστορικά γεγονότα της εποχής και περιγράφει τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι τύχες τους διασταυρώθηκαν μ' εκείνην του Αλκιβιάδη και αλληλεπέδρασαν, και καταφέρνει να φωτίσει την προσωπικότητα και τον ψυχισμό του Αλκιβιάδη, ακολουθώντας όλη τη συγκλονιστική πορεία του Αθηναίου στρατηγού μέχρι το άδοξο τέλος.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

[Σωκράτης] "Ζηλεύεις τον Αλκιβιάδη για την αναισχυντία του, Κριτία. Για την τόλμη του, δηλαδή. Έχετε και οι δύο ευγενική καταγωγή, κάτι που φτάνει για να σας θεωρήσουν εχθρούς του δήμου και να σας εξορίσουν. Όμως εσύ ντρέπεσαι για το αριστοκρατικό αίμα που κυλάει στις φλέβες σου, ντύνεσαι όσο πιο φτωχικά και γκρίζα μπορείς και κάθεσαι ανάμεσα σε υφαντές και κανατάδες στο Συμβούλιο, μπας και μπερδευτούν και σε θεωρήσουν δικό τους. Όμως, το μόνο πράγμα που εκείνοι διακρίνουν πάνω σου είναι ντροπή και φόβος - την ενοχή για την αριστοκρατική καταγωγή σου. Κι αυτό είναι κάτι που τους κάνει επιφυλακτικούς απέναντί σου: αφού ο Κριτίας νιώθει ένοχος, σίγουρα έχει κάποιο λόγο. Ο Αλκιβιάδης, όμως, απέναντι στον ίδιο δήμο, δεν εμφανίζει καμία ενοχή, επειδή απλούστατα δεν αισθάνεται καμία τύψη για την καταγωγή του. Αντίθετα, την υπερβαίνει γιατί την θεωρεί έναν από τους αμέτρητους ρόλους του. ... Με άλλα λόγια τον ζηλεύεις όχι μόνο γι' αυτά που έχει αλλά και γι' αυτά που δεν έχει..."

                                                                     ***

"Η πρόταση του Αλκιβιάδη ήταν τόσο αιφνίδια, που ο Τισσαφέρνης πάγωσε. Προσπάθησε να βρει κάποιο ψεγάδι στο σχέδιο του Αλκιβιάδη, αλλά δεν τα κατάφερε. Κι αυτό ήταν κάτι που έφερε και πάλι στην επιφάνεια τις υποψίες του.

- Μόλις πριν από λίγο, είπες, ξένε, ότι εγώ δεν έχω το δικαίωμα να πράξω κάτι τέτοιο χωρίς την άδεια του Μεγάλου Βασιλέως!

- Γι' αυτό κι εσύ δεν θα δράσεις, τον καθησύχασε ο Αλκιβιάδης. Το εκστρατευτικό σώμα που θα μου παραχωρήσεις θα είναι μόνο δικό μου. Του στρατηγού Αλκιβιάδη.

- Κι αυτός ο στρατηγός σε ποια χώρα, σε ποια πόλη θα ανήκει; έσμιξε κι άλλο τα φρύδια του ο Τισσαφέρνης.

- Σε καμία... Θα ανήκει μόνο στον εαυτό του: στο στρατηγό Αλκιβιάδη! Μεγάλε σατράπη, με το παιχνίδι που σου προτείνω, κερδίζεις έτσι κι αλλιώς. Πρέπει να συνηθίσουμε και με τα εύκολα κέρδη έτσι όπως συνηθίσαμε με τα δύσκολα. Μου δωρίζεις δύο χιλιάδες πολεμιστές κι από κει και πέρα εσύ δε φέρεις καμία ευθύνη. Ο Μεγάλος Βασιλέας δεν μπορεί να σε τιμωρήσει για ξένες πράξεις. Έτσι, στα παράλια της Ιωνίας, όπου σαπίζουν και πεινούν οι δύο ελληνικοί στόλοι, εγώ μαζεύω τους καρπούς της αδυναμίας τους για δικό σου όφελος και θέτω τα μικρασιάτικα λιμάνια υπό την κυριαρχία του Μεγάλου Βασιλέως. Είναι τόσο απλό."

                                                                     ***



Βέρα Μουταφτσίεβα (1929-2009), συγγραφέας και ιστορικός, γεννήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας και σπούδασε στο εκεί Πανεπιστήμιο. Ήταν ανώτερη ερευνήτρια σε διάφορα ιδρύματα της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών και διδάκτωρ Ιστορίας, ειδικευμένη σε θέματα Ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παντρεύτηκε και χώρισε δύο φορές. Έγινε γνωστή για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στη Βουλγαρία. Έγραψε πολλά ιστορικά μυθιστορήματα, μονογραφίες και επιστημονικές μελέτες για το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία στα Βαλκάνια ("Τζεμ, ο Ικέτης της Ανατολής", "Οι Τελευταίοι της Δυναστείας του Σισμάν", "Εγώ, η Άννα Κομνηνή"). Έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δεκαπέντε γλώσσες. 

                                                                            ***
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 3ο Τεύχος της Εφημερίδας Α-τύπος, ΓΕΝΑΡΗΣ-ΦΛΕΒΑΡΗΣ 2020




Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

ΣΑΝ ΔΙΑΒΕΙΣ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΣΟΒΕΤΟ, Μόνικα Σαβουλέσκου-Βουδούρη

Όταν η νύχτα καταφτάνει με απόλυτη ακρίβεια, τυφλή μπροστά στου καθενός τις έγνοιες…

Γράφει η Αγγελική Μπούλιαρη-Αργυράκη
Φιλόλογος-συγγραφέας 






ΣΑΝ ΔΙΑΒΕΙΣ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΣΟΒΕΤΟ

Είδος:             Σύγχρονη Μεταφρασμένη Λογοτεχνία
Σελίδες:         226
Εκδόσεις:      Σ. Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, 2018

Το βιβλίο ΣΑΝ ΔΙΑΒΕΙΣ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΣΟΒΕΤΟ*, της ΜΟΝΙΚΑ ΣΑΒΟΥΛΕΣΚΟΥ-ΒΟΥΔΟΥΡΗ, είναι η ιστορία της Μαρίζας, μιας γυναίκας μόνης με ένα παιδί, από τη Ρουμανία, μιας πολιτικά αυτο-εξόριστης, που από τα συναπαντήματα της τύχης, καταλήγει να γίνει διαρκής μετανάστρια. Είναι επίσης, η ιστορία της οικογένειάς της, καθώς και φίλων και συνεργατών, με τους οποίους τη συνδέει η κοινή μοίρα του πολιτικού εξόριστου, που αναγκάζεται να μεταναστεύει από τον έναν τόπο στον άλλον, μέχρι να βρει μια νέα πατρίδα.

Το σωστότερο θα ήταν να πω μέχρι να βρει μια νέα θέση στον κόσμο, μια γωνίτσα σ’ έναν τόπο, που να μπορεί να την αποκαλέσει «σπίτι» του. Γιατί πατρίδα νέα δεν θα βρει, ούτε στην παλιά θα μπορεί να γυρίσει. Κι αν γίνει κάποτε η επιστροφή αυτή, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο, και το συναίσθημα «ότι εδώ ανήκε πάντα» δεν θα υπάρχει πλέον.

Η έννοια της πατρίδας, η ανάμνηση εκείνου του γενέθλιου τόπου, δεν θα ταιριάζει μ’ αυτό που τώρα βλέπουν τα μάτια, και θα παραμείνει αυτό ακριβώς, μια ανάμνηση, μια εικόνα στη φαντασία του εξόριστου και του περιπλανώμενου. Μια εικόνα φτιαγμένη από τις όλο και πιο παλιές και ξεθωριασμένες μνήμες, αλλά και από τα στοιχεία που γεννάει η επιθυμία, η νοσταλγία, οι διαφορετικές γνώμες, εντυπώσεις και περιγραφές τρίτων προσώπων, και τέλος, η επιλεκτικότητα της μνήμης.

Η αφήγηση είναι κυρίως σε πρώτο πρόσωπο, με πολλούς αφηγητές, εκτός από έξι κεφάλαια, στα οποία η αφήγηση γίνεται μεν σε τρίτο πρόσωπο, όμως αφορά στην Μαρίζα. Την κυρίαρχη ιστορία της Μαρίζας πλαισιώνουν οι υπόλοιποι αφηγητές, οι οποίοι με τις μικρότερες ιστορίες τους, ο καθένας με τη δική του οπτική και συμμετοχή σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, εξηγούν, συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν την ιστορία της βασικής ηρωΐδας του βιβλίου.

Το βιβλίο, με τις αναδρομές στο παρελθόν, καλύπτει ένα ευρύ χρονικό διάστημα, από  το 1955 (παιδικές αναμνήσεις), έως το 2015. Αρχίζει και τελειώνει με την ίδια περίπου σκηνή, στην Αθήνα, 2014-2015. Διατρέχει τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες, Ρουμανία, Ολλανδία, Γαλλία, Ελλάδα, και μία αφρικανική, Νότια Αφρική.

Η γραφή είναι σπειροειδής. Η μεγαλύτερη ιστορία, της Μαρίζας, συμπεριλαμβάνει μικρότερες ιστορίες, σαν ένας μεγάλος κύκλος που περικλείει κι άλλους μικρότερους κύκλους, ακριβώς όπως συμβαίνει και στη ζωή: Ο καθένας μας εστιάζει στην προσωπική του πορεία, ταυτοχρόνως, όμως, όπως είναι φυσικό, συναντιέται με πολλούς ανθρώπους, από τους οποίους άλλοι θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του και άλλοι όχι, οι περισσότεροι θα φύγουν και κάποιοι θα μείνουν για πάντα. Πρόκειται για τους παράλληλους κόσμους, ή για τους άλλους κόσμους πέρα από τον δικό μας, που η ίδια η συγγραφέας αναφέρει συχνά στο βιβλίο της δια στόματος των ηρώων της.

Με τις μικρότερες ιστορίες του βιβλίου, η συγγραφέας αριστοτεχνικά συνθέτει, με ευαισθησία και ανθρωπιά, μια μεγαλύτερη, γνωρίζει στον αναγνώστη το παρελθόν των ηρώων και προκαλεί την αυθόρμητη συμπάθεια, τη συγκίνηση και την αγωνία για την τύχη τους, ενώ διακρίνει την ανοχή από τη συμπόνοια.

Η συγγραφέας παρουσιάζει τους ήρωές της, όπως ήταν πριν από το σήμερα της ανάγκης, της έκκλησης για βοήθεια, της τρικυμίας της ζωής, και βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί ότι ο κάθε εξόριστος, πριν αναγκαστεί να μεταναστεύσει, ήταν κι αυτός μια ανθρώπινη ύπαρξη με σπίτι και οικογένεια, ήταν γνώστης μιας τέχνης ή επιστήμης, είχε ίσως ιδιαίτερα ταλέντα και ικανότητες. Η ζωή του κάθε μετανάστη/πρόσφυγα/εξόριστου δεν ξεκινάει τη στιγμή που στέκεται δειλός, φοβισμένος, πεινασμένος και στην ουσία άστεγος, μπροστά σε κάποιον κρατικό υπεύθυνο της χώρας που τον φιλοξενεί.

Κι ακόμη, η συγγραφέας βοηθά τον αναγνώστη να συμπεράνει πως της τύχης τα γυρίσματα δεν εξασφαλίζουν κανέναν από τις διαθέσεις της μοίρας. Με μια μικρή, ανεπαίσθητη κίνηση της τύχης, ο καθένας μας μπορεί να βρεθεί στην ίδια θέση εκείνου που στέκεται μπροστά σε έναν υπάλληλο και αγωνιά για το τι θα φάει και πού θα κοιμηθεί, καθώς η νύχτα καταφτάνει με απόλυτη ακρίβεια, τυφλή μπροστά στου καθενός τις έγνοιες.

Το βιβλίο ΣΑΝ ΔΙΑΒΕΙΣ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΣΟΒΕΤΟ, της ΜΟΝΙΚΑΣ ΣΑΒΟΥΛΕΣΚΟΥ-ΒΟΥΔΟΥΡΗ, θίγει θέματα όπως ο έρωτας και η μοναξιά, η φιλία και η οικογένεια, η μητρική αγάπη, η υιοθεσία, η κοινωνική προσφορά, η πατρίδα και τα πολιτικά συστήματα, και πάνω απ’ όλα, ο αδιάκοπος αγώνας του ανθρώπου να στεριώσει κάπου με Ελευθερία, Ειρήνη, και Αγάπη.

Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Έφτασαν στο Hoog Catarijne. Ήταν το εμπορικό κέντρο της πόλης και ξεχείλιζε από κίνηση. Όλα τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά. Οι βιτρίνες ήταν κατάφωτες αυτή την ώρα του μεγάλου συνωστισμού. Σταμάτησαν μπροστά σε μια καντίνα όπου πουλούσαν χάμπουργκερ και πατάτες τηγανητές. Η Μαρίζα ψαχούλεψε στην τσάντα της. Ανακάλυψε δυο δολάρια, λαθραία νομίσματα, παράνομα, που τα είχε ανταλλάξει με φόβο και τρόμο, ενώ η καρδιά της πήγαινε να σπάσει στο στήθος, από κάποιους ξένους τουρίστες, προτού φύγει από τη Ρουμανία. Είπε του νεαρού στην καντίνα ότι δεν έχει ολλανδικά νομίσματα. Το αγόρι τις κοίταξε καλά-καλά. Δεν έμοιαζαν ζητιάνες. Τον έκαναν ωστόσο να νιώθει άβολα. Πήγε να ρωτήσει το αφεντικό του. Ένας σκουρόχρωμος άντρας, μάλλον από το Σουρινάμ, τις πλησίασε. Ήταν ο καταστηματάρχης.
«Από πού είστε;»
«Από τη Ρουμανία».
Της επέστρεψε τα δύο δολάρια και τους έδωσε μια μερίδα τηγανητές πατάτες.
Το παιδί δεν είχε φάει από το πρωί. […]
Ο Σουριναμέζος δεν τις άφηνε από τα μάτια του. Τις παρακολουθούσε σκεφτικός με μια θλίψη να του σκεπάζει το βλέμμα.
«Εδώ, πίσω από το εμπορικό αυτό κέντρο», τους είπε όταν το παιδί πέταξε το σακουλάκι σ’ ένα καλάθι, «είναι ένα μοναστήρι. Δοκιμάστε την τύχη σας εκεί. Είναι πολύ κοντά. Αμέσως μετά, αφού διαβείτε τη γέφυρα του Σοβέτο».

*Η γέφυρα του Σοβέτο βρίσκεται στην Ουτρέχτη. Το όνομά της είναι παρμένο από το γκέτο μαύρου πληθυσμού στο Γιοχάνεσμπουργκ. Αποτελεί σύμβολο της οδυνηρής συνύπαρξης δύο διαφορετικών κόσμων υπό το καθεστώς του απαρτχάιντ (1976). Για διαφόρους λόγους, συνδέεται με τις ζωές των ηρώων του βιβλίου.
Σημείωση: Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Α-τύπος #02 Δεκέμβριος 2019


Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

ΥΠΑΤΙΑ, Δημήτρη Βαρβαρήγου (2)


Η γυναίκα που πλήρωσε με τη ζωή της το δικαίωμά της να αντιστέκεται στο σκοτάδι


Γράφει η Αγγελική Μπούλιαρη-Αργυράκη
Φιλόλογος-συγγραφέας


ΥΠΑΤΙΑ
Είδος:             Ιστορικό Μυθιστόρημα
Συγγραφέας: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ
Σελίδες:         490
Εκδόσεις:      ΜΠΑΤΣΙΟΥΛΑΣ, 2014


Τι ήξερα εγώ για την Υπατία; Με αιδώ, ομολογώ, τίποτα άλλο παρά ότι ήταν ένα ουσιαστικό γένους θηλυκού, που μου θύμιζε το αξίωμα του υπάτου και της θητείας του (υπατείας). Βλέπετε, η γυναίκα που αντιστάθηκε στον σκοταδισμό μέχρι και την τελευταία της πνοή, παρέμεινε επί αιώνες επιμελώς κρυμμένη στο σκοτάδι. Χρειάστηκε μια ταινία, η AGORA , με τη σπουδαία Ρέιτσελ Βάις, το 2009, για να μάθω ότι η Υπατία που έζησε στην Αλεξάνδρεια (370-416 μΧ) ήταν μαθηματικός, αστρονόμος και φιλόσοφος, δίδασκε τις επιστήμες αυτές, αλλά και μελετούσε αδιάκοπα για να βρει απαντήσεις σε ερωτήματα και να επεκτείνει το πεδίο της γνώσης. Ταυτοχρόνως, έμαθα και για το τραγικό και βίαιο τέλος της, τίμημα με το οποίο πλήρωσε όχι μόνο τις πεποιθήσεις της περί ανεξιθρησκείας, ελευθερίας, δικαιώματος στη γνώση και στην επιλογή ζωής, που την έφεραν σε αντίθεση με το κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό κατεστημένο της εποχής, αλλά και το ίδιο το γεγονός ότι γεννήθηκε γυναίκα και μάλιστα με πνεύμα ισάξιο ανδρών επιστημόνων της εποχής της, καθώς επίσης και την τόλμη να εισχωρήσει και να διεκδικήσει τη θέση της σ’ αυτόν τον ανδρικό κόσμο. 
Ατυχώς, αγνοούσα ότι ήδη, προτού ακόμη εισχωρήσω στον κόσμο του διαδικτύου, ένας Έλληνας συγγραφέας, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος, μετά από πολυετή έρευνα και μόχθο, είχε συγγράψει και εκδώσει βιβλίο του με τίτλο και θέμα ακριβώς αυτό: ΥΠΑΤΙΑ.
Το βιβλίο με συνεπήρε και ως αναγνώστρια ένιωσα την πληρότητα και τη χαρά που φέρνει η ανάγνωση ενός πολύ καλού βιβλίου. Με την έντιμη, συνεπή και ανθρωπιστική γραφή του ο συγγραφέας με κέρδισε, έτσι ώστε να θέλω να διαβάσω και τα επόμενα αλλά και τα προηγούμενα βιβλία του.
Με αυτό το ιστορικό μυθιστόρημά του ο κ. Βαρβαρήγος μας ξεναγεί στην περίφημη Αλεξάνδρεια, σε μια δύσκολη εποχή, όταν φθίνει ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός και κηρύσσεται παράνομη η ελληνική φιλοσοφία, υπό την πίεση φανατικών του Ιουδαϊσμού αλλά και του χριστιανισμού που πλέον αποτελεί επίσημη θρησκεία του κράτους. Η Υπατία του μας πληροφορεί, μας προβληματίζει, διευρύνει τις γνώσεις μας, την οπτική γωνία μας, τον τρόπο σκέψης μας, και μας προτρέπει να ερευνούμε αδιάκοπα την κληρονομιά μας. 
Βρήκα έξοχη την αναπαράσταση της εποχής, με τα διάφορα ρεύματα και τις τάσεις στη φιλοσοφία, τη θρησκεία, την πολιτική, τις επιστήμες, και πάνω απ' όλα γοητευτική και συγκινητική τη σύνθεση της αγνής, καθαρής και δυνατής προσωπικότητας της Υπατίας, χωρίς να υπολείπονται σε πληρότητα και όλοι οι άλλοι χαρακτήρες του βιβλίου. Καταγράφονται ήθη και έθιμα της εποχής και παρουσιάζεται με αδρές πινελιές η καθημερινή ζωή των κατοίκων.
Οι διάλογοι, αληθοφανείς, με λόγο που κυλάει αβίαστα, σαν να παρακολουθείς πραγματική συζήτηση, πότε ανήσυχων πνευμάτων πότε απλών ανθρώπων, χωρίς περιττά στολίδια ή πομπώδεις εκφράσεις, φωτίζουν πρόσωπα και καταστάσεις.  
Οι επικεφαλίδες, που λειτουργούν και ως μικροί, ανεξάρτητοι θησαυροί, συμπυκνώνουν είτε το βαθύτερο στοχασμό του συγγραφέα πάνω σε κάθε κεφάλαιο, είτε αποδίδουν την κατάσταση γύρω από την Υπατία, και άλλοτε τον χαρακτήρα και τα πιστεύω της φιλοσόφου.
Όλα αναδείχτηκαν όπως έπρεπε και με τον καλύτερο τρόπο μέσω της εξαιρετικής γραφής του κ. Δημήτρη Βαρβαρήγου. Γραφή ωραία, ουσιαστική, χωρίς υπερβολές, με αίσθηση οικονομίας, με αγάπη προς το κείμενο και τον αναγνώστη, με περιγραφές ακριβείς, ιδιαίτερες  και χαρισματικές, ακόμα και όταν πρόκειται για τα δύσκολα και τα βίαια, αφού ο συγγραφέας διαθέτει το δικό του μαγικό πέπλο από λέξεις, με το οποίο τυλίγει τα γεγονότα και τα προσφέρει στον αναγνώστη, έτσι ώστε εκείνος να τα μαντέψει, να τα αντέξει και να τα δεχτεί.
Στις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνονται ηθικά διλήμματα, συγκρούσεις συμφερόντων και ιδεών καθώς και οι απόψεις της Υπατίας, ενός πραγματικά ελεύθερου πνεύματος, για την πίστη, τη γνώση, την ηθική, τον έρωτα, την ελευθερία, το θάνατο, την ευτυχία, τη μεταφυσική.
Είναι πάρα πολλά τα σημεία που κέντρισαν το ενδιαφέρον μου και αποτυπώθηκαν στη μνήμη μου, αλλά επειδή ο καθένας μας βρίσκει σ' ένα βιβλίο τους δικούς του προσωπικούς θησαυρούς, αρκούμαι να αναφέρω μόνο λίγα από αυτά.
Στη σελίδα 83, βρίσκουμε μια συνοπτική αλλά πλήρη παράθεση της έννοιας του Χριστιανισμού (ισότητα, φιλαλληλία, αγάπη) καθώς και τη συγκλονιστική δήλωση της Υπατίας, "Έχω δικαίωμα να αντισταθώ στο σκοτάδι". Λέτε γι' αυτό, αιώνες μετά, να δόθηκε το όνομά της σ' ένα αστέρι; (Το 1884, όταν ανακαλύφθηκε ο αστεροειδής 238, ονομάστηκε Υπατία). Λίγο παρακάτω, ωστόσο, στη σελίδα 97, συναντάμε το υποκριτικό πρόσωπο ενός αξιωματούχου χριστιανού.
Στη σελίδα 147, η Υπατία δηλώνει: " Η αρρώστια της γης είναι οι άνθρωποι που προσπαθούν να επιβάλλουν τις ιδέες και απόψεις τους πάνω σε θέματα που άλλοι είναι αντίθετοι, είτε επειδή γνωρίζουν, είτε επειδή είναι αμαθείς". Νομίζω ότι και σήμερα επίκαιρη είναι η φράση αυτή.

Στη σελίδα 192, η Υπατία αναρωτιέται: "Το να παραιτηθώ από τα πιστεύω μου είναι λήψη μέτρων;" ενώ στη σελίδα 462 ο Πέτρος συμπεραίνει για την ίδια: "Γνωρίζεις πολλά, μα όχι τη μεγαλύτερη τέχνη απ’ όλες, πώς να επιβιώσεις". Ίσως και να μην ήθελε να τη γνωρίσει αυτή την τέχνη, να μην την ενδιέφερε. Παρακαλάει μόνο μυστικά στη σελίδα 464, να προλάβει να ελευθερωθεί (δηλαδή, το πνεύμα της  να εγκαταλείψει το σώμα της) πριν τη συντριβή της.

Το βιβλίο κλείνει υπέροχα με το 19ο κεφάλαιο, μεστό σε ιδέες και νοήματα, και πρωταγωνιστή αυτόν που έμεινε πίσω για να βαστάξει το φορτίο της θλιβερής απώλειας και να αποδώσει την τέφρα της αγαπημένης του στο σύμπαν: τον Ορέστη.
 Στη σελίδα 470, ο Ορέστης σκέφτεται τα ατέλειωτα και αναπόφευκτα πάρε-δώσε των θνητών με τη μοίρα, που "ποτέ δεν χαρίζεται απόλυτα, αλλά με την πρώτη ευκαιρία παίρνει πίσω περισσότερα απ' όσα πρόσφερε", και στη σελίδα 474, ο ίδιος, μέσα στο ξέσπασμα της οδύνης του, αναφωνεί: "Πόλη μου, μαζί με την αγαπημένη μου σβήνει η ιερή σου φλόγα", μαντεύοντας έτσι το τέλος του ελληνιστικού κόσμου και την αρχή του σκοταδισμού-μεσαίωνα.

Τα λόγια του Ορέστη, στις δύο τελευταίες σελίδες του βιβλίου, προτρέπουν και καλούν όλους όσοι αγαπούν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, τη γνώση και το πνεύμα, σε ένωση με το παρελθόν και συνέχεια:
 "Αίολε, δείξε μου τη μάνητά σου, να φουσκώσει τα πανιά των αποφάσεών μας, να ταξιδέψουμε στα πέρατα της γης. Ναύτες, λάμνετε τα κουπιά να βρεθούμε στα όνειρα που χάθηκαν, μέσα στο λαμπρό παρελθόν που αγάπησε... Κι όλοι εσείς, που κηλιδώσατε με το αίμα της τ' όνομά Του, μάθετε πως δεν θα μπορέσετε να αποφύγετε μέσα στο πανίσχυρο σύμπαν το παρελθόν που στέκει ζωντανό εμπρός μας και μας καλεί να ενωθούμε μαζί του, για να μη χαθεί η αρχαία γνώση, το κάλλος και το ιερό του πνεύμα. Είμαστε οι επίγονοι των πρωτοπόρων του μέλλοντος."

Η «Υπατία» αναδεικνύει έξοχα το μεγαλείο μιας γυναίκας υπεύθυνης, σοβαρής και αφιερωμένης στα ελληνικά ιδεώδη, της φιλοσόφου και επιστήμονος Υπατίας, και
 με αφορμή την τραγική κατάληξή της, επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά ότι ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία μόνο κακά σπέρνουν και θερίζουν, ενώ παράλληλα θίγει ένα θέμα ταμπού, ότι θύματα δεν υπήρχαν μόνο ανάμεσα στους οπαδούς του χριστιανισμού, αλλά και ανάμεσα σε όσους δεν είχαν ασπασθεί τη νέα θρησκεία.

Εν κατακλείδι, Η ΥΠΑΤΙΑ του Δημήτρη Βαρβαρήγου, είναι ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει!

Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: 4ος αιώνας, μ.Χ. Η φημισμένη Αλεξάνδρεια πνίγεται στο κρασί των καπηλειών, στις ηδονές των γυναικών του δρόμου, στις δεισιδαιμονίες, στις φιλοσοφικές διαφορές, στις διαμάχες των θρησκευτικών φανατισμών και στους φονικούς διωγμούς των εθνικών. Μέσα σε αυτή τη διαφθορά, η Υπατία, αφοσιωμένη στα ελληνικά ιδεώδη διδάσκει στο πανεπιστήμιο, στους δρόμους και στο σπίτι της το αστείρευτο ελληνικό πνεύμα. Αυτή η σοβαρή ευθύνη δεν της στερεί το γυναικείο ένστικτο και στο πρόσωπο του χριστιανού έπαρχου Ορέστη, βρίσκει τον έμπιστο φίλο και άντρα. Η φιλία και ο πλατωνικός δεσμός που αναπτύσσεται ανάμεσά τους ενοχλεί τον κλήρο που δεν αργεί να στραφεί εναντίον της, να της προσάψει κατηγορίες ως μάγισσας και υποκινήτριας εχθρικών ενεργειών εναντίον του. Συλλαμβάνεται, οδηγείται στην εκκλησία και δολοφονείται... Ο αγώνας δύο ανθρώπων γεμάτος ηθικό χρέος απέναντι στις ηγετικές θέσεις που κατέχουν και στις κοινωνικές συνθήκες της θρησκόληπτης φανατικής εποχής προσπαθούν, κρυφά, να ζήσουν την απλή ζωή να γευτούν τα πάθη της και τις μεγάλες στιγμές μιας ανομολόγητης αγάπης, χωρίς ποτέ να καταφέρουν να την εκφράσουν...


Σημείωση: Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Α-τύπος, τεύχος 01, Οκτώβριος 2019








ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ με τους "Δραπέτες του Ονείρου"- Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ

  ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ – ΜΕ ΤΟΥΣ "ΔΡΑΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ"  Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ 12-07-2025 Με το ...