Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

ΧΡΕΩΣΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ ΕΝ ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ


Βοηθάει τη μητέρα της να ξαπλώσει, σβήνει τα φώτα, αφήνει μονάχα ένα μικρό πορτατίφ αναμμένο και την πόρτα του δωματίου μισάνοιχτη. Υπάρχει ένα χάος στην κουζίνα που πρέπει να μπει σε τάξη πριν από το φως της μέρας. Μαζεύει τα γυαλιά και τα χώματα, τα πετάει στα σκουπίδια, τινάζει το λερωμένο τραπεζομάντιλο και το βάζει στα άπλυτα. Στρώνει ένα καθαρό κι αρχίζει να σφουγγαρίζει. Περασμένα μεσάνυχτα, σφουγγαρίζει και σκέφτεται. Την έχει ξαναζήσει αυτή την ιστορία... Με το ένα ή το άλλο σκηνικό, σε μικρότερη ή μεγαλύτερη ηλικία, με λιγότερη ή περισσότερη βία...


Σαν φωνές από σκοτεινό βαθύ πηγάδι, έρχονται στα αυτιά της οι φράσεις της μητέρας της από το παρελθόν. "Αν δεν είχα εσένα, θα ήταν αλλιώς τα πράγματα... Για χάρη σου τα υπομένω αυτά... Για το καλό σου βασανίζομαι..."
Χρεωστικά γραμμάτια που υπέγραφε εν αγνοία της η Βερονίκη, από τα άγουρα χρόνια της ακόμα. Τώρα οι φράσεις ηχούν στο μυαλό της καθαρές, γυμνές από το ρούχο της ασάφειας που φορούσαν κάποτε. Από την πρώτη αρχή, λοιπόν, από τη σύλληψή της ακόμη, υπήρξε ένα εμπόδιο στη ζωή των γονιών της, ένα βάρος και για τη μητέρα της...


Ρίχνει ολόγυρα τη ματιά της. Όλα είναι καθαρά και τακτοποιημένα. Τίποτα δε φανερώνει όσα προηγήθηκαν, κι από το υπνοδωμάτιο δίπλα ακούγεται η ήσυχη ανάσα της μητέρας της που έχει παραδοθεί στον ύπνο. Με λίγη φαντασία μπορεί να προσποιηθεί πως όλα ήταν ένα κακό όνειρο. Το πρωινό της άλλης μέρας δεν θα βρει τίποτα διαφορετικό που να ταράξει τον ρυθμό του.
Γιατί, αν το θέλει, η καρδιά του καθενός κρατάει καλά τα μυστικά της απ' το φως.


Ποια πληγή πονάει περισσότερο, δεν μπορεί η Βερονίκη να ξεχωρίσει. Της μητέρας της, που μια ολόκληρη ζωή, από τότε που θυμάται τον εαυτό της σχεδόν, της εκμυστηρευόταν τα προβλήματά της, ζητώντας τη συμπαράσταση και τη βοήθειά της; Να παραπονιέται για τον πατέρα μετά τους καυγάδες τους, να λέει πως δεν τον αντέχει, να κλαίει, να ουρλιάζει. Και την ίδια να μην την αφήνει ούτε καν να του μιλήσει, να την αγχώνει συνέχεια, μήπως κάνει κάτι και τον δυσαρεστήσει ή τον εξαγριώσει.
Αλλά μήπως δεν υποφέρει κι από του πατέρα της την πληγή; Γιατί, αυτός είναι ο πατέρας της, είναι σίγουρη. Με μια παράξενη ηρεμία διαπιστώνει πως, ακόμα κι αν δεν ήταν ο φυσικός της πατέρας, πάλι το ίδιο θα ήταν για κείνην. Αυτόν είχε γνωρίσει σαν πατέρα, μ' αυτόν σαν πατέρα είχε μεγαλώσει, αυτόν είχε αγαπήσει.
Ήταν πάρα πολύ αργά για να νιώσει διαφορετικά. Κι ήθελε κι αυτός να την αγαπάει το ίδιο, να την καμαρώνει, με τον απλό, αυθόρμητο, λαϊκό τρόπο που καμάρωναν τις κόρες τους οι άλλοι πατεράδες στη γειτονιά.


Και να, που τα χρόνια πέρασαν, εκείνη μεγάλωσε, δοκίμασε να πετάξει με τα δικά της φτερά, κι αυτοί οι δυο, οι γονείς της, εξακολουθούν να βρίσκονται στο κέντρο του κύκλου της ζωής της, κρατώντας τη δεμένη μαζί τους, με ένα νήμα αόρατο που την κάνει να στριφογυρίζει διαρκώς γύρω τους, επιστρέφοντας στα ίδια, ξανά και ξανά.


Κρύβει το πρόσωπό της στις παλάμες της. Με τον πανικό του ακροβάτη που νιώθει ότι το σκοινί κάτω απ'ο τις πατούσες του χαλαρώνει, αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένη χωρίς τις ευλογίες τους!


Αγγελική Μπούλιαρη, "Η αγάπη φυλαχτό", Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες



1 σχόλιο:

  1. Γιατί, αν το θέλει, η καρδιά του καθενός κρατάει καλά τα μυστικά της απ' το φως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή