Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

ΟΣΑ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, Η ΤΑΙΝΙΑ ΚΑΙ Η ΣΚΑΡΛΕΤ

   Η θεματική του έργου είναι παρμένη από την καθημερινότητα της Αμερικής του 1860, αναπαριστά γεγονότα και καταστάσεις σύγκρουσης (Βόρειοι και Νότιοι, λευκοί και μαύροι, εγωισμός και αλτρουισμός, έρωτας και αδιαφορία, καλό και κακό).

Το θέμα της ταινίας είναι ο πόλεμος και ο έρωτας.

Μέσα από πραγματικά γεγονότα που παρέχουν δυνατές συγκινήσεις, παρουσιάζεται το ξέσπασμα του Αμερικανικού εμφυλίου πολέμου και τα επακόλουθά του, ιδωμένα από την πλευρά των λευκών Νοτίων.  Η ταινία δείχνει με ιδιαίτερα δραματικούς τόνους την καταστροφή που υπέστησαν οι πλούσιοι κτηματίες από τον πόλεμο και την απελευθέρωση των δούλων, που άλλαξε άρδην τα δεδομένα για την οικονομία του Νότου. Περιγράφεται ο χωρισμός των ανθρώπων σε Βόρειους και Νότιους, και ο ανηλεής αγώνας για την νίκη. 

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, και το αποτέλεσμα είναι ο ηττημένος να τα χάνει όλα, ενώ ο κερδισμένος – τυπικά, γιατί ουσιαστικά όλοι χαμένοι είναι από τον πόλεμο, πολύ περισσότερο μάλιστα από έναν εμφύλιο, όπου αδέρφια μάχονται εναντίον αδερφών – παρασύρεται από την αλαζονεία της νίκης, λεηλατεί, καταστρέφει. Οι ανθρώπινες αξίες καταπατώνται, κυρίως η αξιοπρέπεια, ενώ πραγματικά δοκιμάζεται η αντοχή όλων, η δύναμη του ενστίκτου αυτοσυντήρησης και η επινοητικότητα για εξεύρεση λύσεων. Περιγράφεται ο αγώνας των απλών ανθρώπων να διατηρήσουν κάτι έστω από τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής, να επιβιώσουν, να σταθούν ξανά στα πόδια τους και να κάνουν μια καινούργια αρχή.

Εκ παραλλήλου η ταινία παρουσιάζει την αγάπη στις διάφορες μορφές της και μέσα από την ερωτική ιστορία της Σκάρλετ και του Ρετ, παρουσιάζει ιδιαιτέρως την ερωτική εμμονή και τις συνέπειες αυτής. Όσοι άνθρωποι και αν βρεθούν στο δρόμο αυτού που υποφέρει από την εμμονή, εκείνος παραμένει προσκολλημένος στην ιδέα  - γιατί περί ιδέας πρόκειται – της μεγάλης αγάπης, του ενός και μοναδικού ιδανικού συντρόφου με τον οποίο θα επιτύχαινε την τέλεια σχέση και την απόλυτη ευτυχία. Τυφλωμένος από την προσκόλληση, αγνοεί την πραγματικότητα και ωθείται σε λανθασμένες παρορμητικές επιλογές, ενώ ακόμα και αν προχωρήσει σε σωστές επιλογές, είτε δεν το αντιλαμβάνεται, είτε δεν το παραδέχεται, με αποτέλεσμα να χάσει την ευτυχία που του αναλογούσε. 





Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι γυναικείος και είναι η όμορφη Σκάρλετ Ο’ Χάρα, (Βίβιαν Λι), κόρη ιδιοκτήτη βαμβακοφυτείας, της Τάρα, στον Αμερικανικό Νότο.

Βρισκόμαστε στο έτος 1861, παραμονές του εμφυλίου πολέμου, και η νεαρή κακομαθημένη καλλονή Σκάρλετ, είναι καλεσμένη στο μπάρμπεκιου που διοργανώνει η οικογένεια του Άσλεϊ Γουίλκς, (Λέσλι Χάουαρντ), του άνδρα με τον οποίο είναι ερωτευμένη, χωρίς ωστόσο να του έχει ποτέ φανερώσει τα συναισθήματά της.  Τη λαχτάρα της να τον δει, όμως, σύντομα διαδέχεται η απογοήτευση, καθώς στη διάρκεια της γιορτής ακούει ότι ο Άσλεϊ θα παντρευτεί την εξαδέρφη του Μέλανι, (Ολίβια Ντε Χάβιλαντ).
Παρόλα αυτά,  θεωρεί ότι είναι η καταλληλότερη στιγμή ώστε να του αποκαλύψει τα αισθήματα που τρέφει γι’ αυτόν. Εκείνος την απορρίπτει, υποστηρίζοντας ότι οι δυο τους είναι πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες και ότι γάμος μεταξύ τους πρόκειται να επιφέρει μόνο δυστυχία. Τη συζήτηση μεταξύ του Άσλεϊ και της Σκάρλετ, κρυφακούει ένας μυστηριώδης επισκέπτης, ο Ρετ Μπάτλερ (Κλαρκ Γκέιμπλ) από την Ατλάντα, ο οποίος εμφανίζεται και εξοργίζει την οξύθυμη Σκάρλετ με την αδιακρισία του.
Στο μεταξύ ο εμφύλιος μεταξύ του Βορρά και του Νότου ξεσπάει, και ο Άσλεϊ, όπως και ο Ρετ αναχωρούν για το μέτωπο. Πριν την αναχώρηση των ανδρών, ο Άσλεϊ παντρεύεται τη Μέλανι, και η Σκάρλετ παντρεύεται τον αδελφό της Μέλανι, τον Τσαρλς, για να κάνει τον Άσλεϊ να ζηλέψει. Ο Τσαρλς πεθαίνει στον πόλεμο και η Σκάρλετ ταξιδεύει μέχρι την Ατλάντα για να μείνει με τη θεία του Τσαρλς και τη Μέλανι. Εκεί βλέπει τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου, ενώ ο δρόμος της διασταυρώνεται για μια ακόμη φορά με εκείνον του Ρετ, όταν εκείνος τη βοηθάει να διαφύγει από την Ατλάντα την ημέρα της καταστροφής της πόλης από τους Βόρειους.
Χήρα πλέον, ακόμη καρδιοχτυπά για τον Άσλεϊ και ονειρεύεται την επιστροφή του. Ο πόλεμος χάνεται, κι εκείνη επιστρέφει στην φυτεία Τάρα, αντιμέτωπη με τις δυσκολίες, καθώς προσπαθεί να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη και να εμποδίσει να ξεπουληθεί η φυτεία σε δημοπρασία για να πληρωθούν οι φόροι. Έχει γίνει σκληρή, έχει πικραθεί, και θα κάνει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου και ενός δεύτερου γάμου με τον αρραβωνιαστικό της αδερφής της, για να μην ξαναδοκιμάσει τη φτώχια και την πείνα. Αφού γίνει χήρα για δεύτερη φορά, τελικά παντρεύεται τον επιβλητικό Ρετ, όμως στο μυαλό της κυριαρχεί πάντα η αγάπη της για τον Άσλεϊ, με αποτέλεσμα σύντομα η σχέση τους να βουλιάξει στις διαφωνίες και την ασυνεννοησία, φαινομενικά καταδικασμένη εξαρχής.
Προς το τέλος, βρίσκουμε την ετοιμοθάνατη Μέλανι να ζητάει από τη Σκάρλετ να φροντίσει τον Άσλεϊ. Μετά το θάνατό της, ο Άσλεϊ, ένα ράκος, εκμυστηρεύεται στην Σκάρλετ ότι η Μέλανι ήταν η μοναδική του αγάπη. Η αποκάλυψη συντρίβει τη Σκάρλετ, η οποία τότε αντιλαμβάνεται ότι ποτέ της δεν είχε αγαπήσει πραγματικά τον Άσλεϊ και εύχεται μόνο να είχε φανεί αυτός σαφής σχετικά με τα αισθήματά του απέναντί της από την αρχή.
Στην τελευταία συνάντησή τους στην Ατλάντα, ο Ρετ, έχοντας δει τη Σκάρλετ με τον Άσλεϊ στο σπίτι της Μέλανι, υποστηρίζει ότι η Σκάρλετ δεν θα πάψει ποτέ να αγαπάει τον Άσλεϊ, και επομένως ο ίδιος θα την εγκαταλείψει για τα καλά, αποφασισμένος να αρχίσει μια νέα ζωή στην πατρίδα του, στο Τσάρλεστον. Καθώς ο Ρετ ετοιμάζει τις βαλίτσες του για να φύγει, η Σκάρλετ επιμένει ότι τώρα αντιλαμβάνεται ότι τον αγαπάει ειλικρινά και ότι ποτέ της δεν αγάπησε πραγματικά τον Άσλεϊ, όμως εκείνος ισχυρίζεται ότι κάθε ελπίδα να σωθεί ο γάμος τους χάθηκε με το θάνατο της κόρης τους, της Μπόνι, και επιπλέον ανέχτηκε το δράμα της Σκάρλετ για πάρα πολύ καιρό.
Καθώς ετοιμάζεται να ανοίξει την πόρτα για να φύγει, η Σκάρλετ τον ικετεύει για τελευταία φορά, ρωτώντας τι θα απογίνει η ίδια αν εκείνος την εγκαταλείψει. Αδιάφορος ο Ρετ απαντάει: «Ειλικρινά, αγαπητή μου, δεν μου καίγεται καρφί». Και μ’ αυτή τη φράση φεύγει από το σπίτι και χάνεται στη βραδινή ομίχλη.
Η Σκάρλετ καταρρέει, όμως συνέρχεται από την απελπισία, καθώς σκέφτεται την άλλη μεγάλη αγάπη της ζωής της, τη γη, την Τάρα, μέσα από μια σειρά αναπολήσεων. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Τάρα, να κάνει μια καινούργια αρχή, και να προσπαθήσει με κάποιο τρόπο να φέρει πίσω τον Ρετ, μονολογώντας: «Άλλωστε, αύριο είναι μια καινούργια μέρα!»
Στο τελευταίο πλάνο βλέπουμε τη σιλουέτα της Σκάρλετ να αντικρίζει την Τάρα ενώ ο ήλιος δύει πίσω από το λόφο. Έχει φτάσει πίσω στο σπίτι της παιδικής της ηλικίας και είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει ένα άγνωστο, ωστόσο καινούργιο μέλλον. Η κάποτε νεαρή κακομαθημένη και εγωίστρια κοπέλα, με την εμμονική αντίληψη της αγάπης, έχει πλέον ενηλικιωθεί μέσα από τις κακουχίες. Άλλωστε ο δρόμος προς την ωριμότητα ήταν πάντα οδυνηρός. Έχει ατσαλωθεί από τις καταστροφές που επέφερε ο πόλεμος και έχει ωριμάσει από τις δυσκολίες που κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Παραμένει πεισματάρα, δυνατή, αγωνίστρια, αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει κάθε πρόσφορο μέσον για να επιλύσει τα εκάστοτε προβλήματα που αναδύονται, για να σταθεί όρθια και να περιφρουρήσει τη γη της, την οικογένειά της και τη ζωή που επιθυμεί.




Δεν μπορεί κανείς να κατατάξει τη Σκάρλετ στους καλούς ή τους κακούς χαρακτήρες.  Δεν είναι ένας καλός χαρακτήρας, πρότυπο προς μίμηση, ούτε ένας κακός χαρακτήρας παράδειγμα προς αποφυγή. Έχει χαρακτηριστικά που απωθούν το θεατή και άλλα τα οποία θαυμάζει. Ο χαρακτήρας της ξετυλίγεται σταδιακά μέσα στο σενάριο, αντικατοπτρίζοντας τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής μέσα στην οποία δρα. Είναι ένας χαρακτήρας περίπλοκος, πολυδιάστατος, τολμηρός, ευθύς και παρορμητικός, με ‘αντρικά’ χαρακτηριστικά ατομικισμού και τυχοδιωκτισμού σε μια εποχή που οι γυναίκες όφειλαν να μένουν στο παρασκήνιο. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αντι-ηρωίδα.


Η ταινία «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», (πρωτότυπος τίτλος: Gone with the Wind), είναι κινηματογραφικό έργο του 1939, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ του 1936, και αποτελεί τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών. 

Η ταινία έλαβε 13 υποψηφιότητες για τα βραβεία της ακαδημίας του αμερικανικού κινηματογράφου, σπάζοντας το ρεκόρ για τις περισσότερες υποψηφιότητες (το "Όλα για την Εύα" και ο "Τιτανικός" είναι οι μόνες ταινίες που κατάφεραν να ξεπεράσουν το "Όσα παίρνει ο άνεμος", αποσπώντας 14 υποψηφιότητες), και βραβεύτηκε με 10 βραβεία Όσκαρ, ένα ρεκόρ που διατήρησε για είκοσι χρόνια. Το 1998 κατατάχθηκε τέταρτη στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου με τις 100 καλύτερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών, αν και το 2007 μετακινήθηκε στην έκτη θέση.
Η παραγωγή της έγινε από τον τιτάνα του Χόλιγουντ Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ, ο οποίος έδρασε καταλυτικά στην επιτυχία της ταινίας. Τα γυρίσματα της ταινίας ξεκίνησαν με σκηνοθέτη τον Τζορτζ Κιούκορ και με βάση το ατελές ακόμη σενάριο του Λέσλι Χάουαρντ, το οποίο είχε περικόψει και ξαναγράψει ο Σέλζνικ. Ο Κιούκορ σύντομα απολύθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Βίκτορ Φλέμινγκ, με τον οποίο η Βίβιαν Λι καυγάδιζε συνεχώς. Η ίδια μαζί με την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ συναντούσαν κρυφά τον Κιούκορ για να τους δώσει συμβουλές πάνω στους ρόλους τους. Κάποια στιγμή ο Φλέμινγκ αποσύρθηκε λόγω υπερκόπωσης και αντικαταστάθηκε για δυο βδομάδες από τον Σαμ Γουντ. Ο διευθυντής φωτογραφίας Λι Γκαρμς αντικαταστάθηκε επίσης από τον Έρνεστ Χάλερ, μετά από ένα μήνα εργασίας. Τα γυρίσματα της ταινίας διήρκεσαν συνολικά έξι μήνες και η πρεμιέρα που έγινε στην Ατλάντα στις 15 Δεκεμβρίου, συνοδεύτηκε από διθυράμβους.
Η ταινία πούλησε περισσότερα εισιτήρια στις ΗΠΑ σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου και αποτελεί μέχρι και σήμερα έμβλημα της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Θεωρείται το πρότυπο της Χολιγουντιανής εμπορικής ταινίας, γνωστής στα αγγλικά ως «blockbuster». Σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο δημοφιλή και σημαντικά κινηματογραφικά έργα όλων των εποχών. Χαρακτηρίζεται επική ταινία, διότι πρόκειται για έργο μεγαλειώδες, σε έκταση, σε θεματογραφία, υποκριτικά και εκφραστικά μέσα.






Πηγές:












Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΘΡΌΝΟΥ, Τάσου Αθανασιάδη


Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ
Τάσος Αθανασιάδης
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, 2011
Σελίδες 450






"Στο μυθιστόρημά του αυτό ο Τάσος Αθανασιάδης περιγράφει μια ομάδα από νέους και νέες, καθώς απολαμβάνουν τις μέρες του καλοκαιριού σε ένα φανταστικό νησί των Κυκλάδων. Πίσω, ωστόσο, από την φαινομενική τους μακαριότητα, κάτω από το θάμβος του αιγαιοπελαγίτικου ουρανού, ακούν τη βασανιστική φωνή που τους ψιθυρίζει μέσα τους πως είναι πια καιρός να πάρουν μια σοβαρή απόφαση για το μέλλον τους. Τις ψυχολογικές αντιδράσεις τους μπροστά στα γεγονότα, που αιφνιδιάζουν τα σχέδιά τους γι' αυτό το μέλλον, μας τις ζωντανεύει ο συγγραφέας των «Πανθέων» με σκηνές αλληλοδιάδοχες από αισθησιακή μέθη και δραματική αβεβαιότητα. Την «Αίθουσα του θρόνου», μεταφρασμένη στα γερμανικά, υποδέχτηκε με εγκωμιαστικά σχόλια η ξένη κριτική. Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε «Ένα αριστούργημα από την Ελλάδα», «Ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά μυθιστορήματα της εποχής μας», «Έπος συμφιλίωσης των λαών»..."
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

«Σ’ ένα νησί των Κυκλάδων, πολλά νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, με διαφορετική ψυχοσύνθεση, όνειρα και επιδιώξεις το καθένα, περνούν τις καλοκαιρινές διακοπές τους ξένοιαστα και ανέμελα, φαινομενικά όμως, γιατί στο βάθος τους όλα παλεύουν μέσα τους με μια κρυφή αγωνία να βρουν το δρόμο τους, να συντονίσουν τη ζωή τους με την πίστης τους και τα ιδανικά τους, να κατασταλάξουν πνευματικά, και να πάρουν σοβαρές αποφάσεις, που θα έχουν άμεσες συνέπειες στην εξέλιξή τους και στο μέλλον τους».
(Από τον πρόλογο του Ε. Ν. Μόσχου)


Ο συμβολικός τίτλος του μυθιστορήματος προέρχεται από τα λεγόμενα ενός εκ των ηρώων του βιβλίου, του περ Γκρεγκουάρ, φραγκισκανού καλόγερου και καθηγητή λυκείου: «Έρχεται μια μέρα όπου η μεγαλειότητά μας, ο εαυτός μας, είναι ανάγκη να περάσει στην αίθουσα του θρόνου με τους αυλικούς του, το νου και την καρδιά, για να αποφασίσει πάνω στον καταστατικό χάρτη της ζωής του, δηλαδή ν’ ασχοληθεί με το μέλλον του…»

Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με την ίδια παράγραφο με την ίδια μαγευτική εικόνα: «Τούτη την ώρα που το νησί ξεκόβει σα γαλέρα απ’ την καταχνιά με λατίνια μύλους και τρούλους, μοιάζει να ταξιδεύει σε καιρούς του Αιγαίου παλιούς, όταν οι κρινοδάχτυλες πριγκιπέσες της Παροναξίας τόπαιρναν προίκα μαζί μ’ ένα ρόδι για γούρι…»

Ο δημιουργός είχε μιαν αξιοθαύμαστη σύλληψη της ιδέας, των χαρακτήρων, του τόπου και του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ξετύλιξε αριστοτεχνικά την ιστορία του. Η αφήγηση είναι πολυπρόσωπη, η ζωή του ενός ήρωα μπλέκεται με την ζωή του άλλου, και απεικονίζεται ρεαλιστικά η ελληνική αστική κοινωνία.  Οι χαρακτήρες παρά τις αντιφάσεις τους είναι συγκροτημένοι και βαδίζουν στο δρόμο του εσωτερικού τους πεπρωμένου. Η γλώσσα είναι πλούσια, όμορφη, γοητευτική.

Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο φιλοσοφικά θέματα, τα οποία ωστόσο, κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει στο ξετύλιγμα της δικής του ζωής μέσα από την καθημερινότητά του, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο συνειδητά. 


Προσωπικά, στην εκ νέου ανάγνωσή του, μετά από πολλά χρόνια, ξαναβρήκα την εφηβεία και τη νιότη μου και όλα τα ζητήματα που μας απασχολούσαν τότε: 


Το καλό και το κακό, ο ορισμός τους και η πάλη τους, το ηθικό και το ανήθικο, το κοινωνικά αποδεκτό ή όχι, το συνεπές και το οπορτουνιστικό, η απομάκρυνση από την καθημερινή ζωή για τη διαφύλαξη της ψυχής ή ο αγώνας μέσα στη ζωή, το κοινωνικό καθήκον ενάντια στο ατομικό συμφέρον, η αναζήτηση πλαισίων για μια ζωή πέρα από τα συνηθισμένα, μια ζωή με νόημα πέρα από την αποδοχή του τυχαίου, γενικά η αναζήτηση της ουσίας και συνεπώς της ισορροπίας και της γαλήνης που η εύρεσή της (της ουσίας) φέρνει στην ψυχή.  
  
Θίγεται το θέμα μια θρησκείας χωρίς κυρώσεις, η οποία να προετοιμάζει τον άνθρωπο για τη ζωή, και να του δίνει τη δυνατότητα να πλάσει τη ζωή του όπως του ταιριάζει, της ευδαιμονιστικής αντίληψης, της ματαιότητας της επίγειας δημιουργίας, της αμαρτίας, της αναγκαιότητας του κακού, της ειλικρινούς μετάνοιας και της δυνατότητας επανόρθωσης, καθώς και της δύναμης της συγχώρεσης.

Όλα αυτά δεν δίνονται θεωρητικά, αλλά μέσα από ουσιαστικούς διαλόγους (αν και κάποιες φορές δεν αιτιολογείται επαρκώς η έναρξη του διαλόγου), και την ενδιαφέρουσα εξέλιξη της πλοκής.  

Ας μου επιτραπεί να πω ότι θα προτιμούσα να έλειπαν κάποιες επαναλήψεις φράσεων (όπως π.χ. «Χριστιανός και Έλλην»), οι οποίες δεν προσέδωσαν κατά τη γνώμη μου περαιτέρω λογοτεχνική αξία στο κείμενο, και οι οποίες υποσυνείδητα παραπέμπουν τους μεγαλύτερους σε ηλικία αναγνώστες στην εποχή που γράφτηκε  το βιβλίο (1969, τρίτο έτος της επταετούς δικτατορίας). 

Αντιθέτως, θα προτιμούσα μεγαλύτερη ανάπτυξη των κεντρικών χαρακτήρων του Λουκά και της Γλαύκης. Λιγότερα, επίσης, θα προτιμούσα να ήταν τα προφητικά όνειρα και η διαισθητική ικανότητα να χαρακτήριζε λιγότερα άτομα, και επιπλέον να μην αποκάλυπτε ο συγγραφέας το βασικό μυστικό της ιστορίας μέσω ενός ονείρου, αλλά να υπήρχε ένας άλλος συσχετισμός μεταξύ του ονείρου και της αντίληψης της πραγματικότητας από το πρόσωπο που το ονειρεύτηκε.

«Η αίθουσα του θρόνου»,  εξακολουθεί να διαβάζεται και σήμερα με μεγάλη ευχαρίστηση και αδιάπτωτο ενδιαφέρον. Σ’ αυτό συντελούν η λογοτεχνική του αξία, αλλά, νομίζω, και η στροφή του σύγχρονου ανθρώπου προς τη θρησκεία γενικότερα καθώς και τις εναλλακτικές φιλοσοφίες/θεωρίες για έναν τρόπο γαλήνιας και ήρεμης ζωής, και επομένως και προς τα βιβλία που ενδεχομένως ικανοποιούν αυτήν την περιέργεια και ανάγκη.


Το έργο μεταφράστηκε στα Γερμανικά (1981) και στα Ρουμανικά (1992). Στο επίμετρο της συγκεκριμένης έκδοσης διαβάζουμε την άποψη του ΟΥΒΕ ΣΤΑΜΕΡ, φιλολογικού κριτικού της εφημερίδας Στουττγκάρτε Τσάιτούνγκ, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η Καθημερινή", 10.08.1981, με τίτλο "Ένα αριστούργημα από την Ελλάδα". Φαντάζομαι ότι η ανάγνωση του βιβλίου προσέφερε και μία ακόμη ξεχωριστή ευχαρίστηση στους Γερμανούς αναγνώστες, δεδομένου ότι μέσα στην ιστορία τονίζεται η ειλικρινής μεταμέλεια και συντριβή του Γερμανού κατακτητή, και η εμπιστοσύνη στη συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών.




Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

TOSCA - ΕΖΗΣΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ, ΕΖΗΣΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ


ΕΖΗΣΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ, ΕΖΗΣΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ


Έζησα για την τέχνη, 
έζησα για τον έρωτα.

Δεν έβλαψα ποτέ ψυχή ζώσα.

Με χέρι μυστικό
ανακούφισα όσες δυστυχίες γνώριζα.

Πάντα με πίστη αληθινή
ανέβαινε η προσευχή μου
στους ιερούς ναούς.

Πάντα με πίστη αληθινή
απόθετα λουλούδια στο βωμό.

Στης θλίψης μου την ώρα,
γιατί, γιατί, Θεέ μου,
αχ, γιατί με ανταμείβεις 
με τον τρόπο αυτό;

Έδωσα κοσμήματα για τον
μανδύα της Παναγίας,
κι έδωσα το τραγούδι μου
στα αστέρια στον ουρανό
κι εκείνα χαμογέλασαν
ακόμη πιο ωραία.


Στης θλίψης μου την ώρα,
γιατί, γιατί, Θεέ μου,
αχ, γιατί με ανταμείβεις
με τον τρόπο αυτό;




VISSI D' ARTE, VISSI D' AMORE

Vissi d’arte, vissi d’amore,
non feci mai male ad anima viva!
Con man furtiva
quante miserie conobbi aiutai.
Sempre con fè sincera
la mia preghiera
ai santi tabernacoli salì.
Sempre con fè sincera
diedi fiori agl’altar.
Nell’ora del dolore
perchè, perchè, Signore,
perchè me ne rimuneri così?
Diedi gioielli della Madonna al manto,
e diedi il canto agli astri, al ciel,
che ne ridean più belli.
Nell’ora del dolor
perchè, perchè, Signor,
ah, perchè me ne rimuneri così?





I LIVED FOR ART, I LIVED FOR LOVE

I lived for my art, I lived for love,
I never did harm to a living soul!
With a secret hand
I relieved as many misfortunes as I knew of.
Always with true faith
my prayer
rose to the holy shrines.
Always with true faith
I gave flowers to the altar.
In the hour of grief
why, why, o Lord,
why do you reward me thus?
I gave jewels for the Madonna’s mantle,
and I gave my song to the stars, to heaven,
which smiled with more beauty.
In the hour of grief
why, why, o Lord,
ah, why do you reward me thus?









Ακούστε εδώ
http://youtu.be/zXQvPwYYVBI
Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:











Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στην ΜΑΙΡΗ ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ-ΓΚΙΩΝΗ με αφορμή το βιβλίο "ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ, ΑΥΤΗ ΚΑΠΝΙΖΕΙ"

Από τη Μαίρη Λαρεντζάκη-Γκιώνη,

Εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ news,

28 Μαρτίου 2014




Η επί μία δεκαετία καριέρα της ως γραμματέας διεύθυνσης χαρακτηρίζει το οργανωτικό πνεύμα της, η 20χρονη θητεία της ως καθηγήτρια Αγγλικών στη δημόσια μέση εκπαίδευση αποδεικνύει τη μεταδοτικότητα των γνώσεών της, την αγάπη της για τη νέα γενιά και τη φιλικότητά της, και η συγγραφή δύο μυθιστορημάτων μαρτυρά την αγάπη της για τη Λογοτεχνία, το πάθος της για τα σωστά Ελληνικά και την κατάλληλη έκφραση. Ο λόγος για τη συγγραφέα Αγγελική Μπούλιαρη.

"Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ» (μυθιστόρημα, Πλατύπους Μάρτιος 2005), 

«Η αγάπη φυλαχτό» (μυθιστόρημα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Δεκέμβριος 2005), 
«Ερωτικά πορτρέτα» (μετάφραση, λεύκωμα για τον έρωτα στην τέχνη, Κεστός 2007), συμμετοχή στη συλλεκτική έκδοση, «Αφετηρίες Μνήμης» της Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών (2008), 
στην Ανθολογία Ποίησης - Διηγήματος, ΣΤ΄ Τόμος της Πολιτιστικής Συνεργασίας, 
είναι μερικά από τα πονήματά της.
Έχει γράψει ποίηση, ανέκδοτη ακόμα, έχει μεταφράσει στα αγγλικά ελληνικά παραμύθια και έχει κάνει δημοσιεύσεις στο λογοτεχνικό περιοδικό «Παρουσία» της Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών. Τα ενδιαφέροντά της όμως δεν περιορίζονται εκεί. Ζωγραφίζει και φωτογραφίζει ενώ λατρεύει να ταξιδεύει... 

Αλλά καλύτερα ας δούμε τί μας είπε η ίδια για τη ζωή της, τους προβληματισμούς της, τα σχέδιά της.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Συγγραφέας, με το έργο σας, «Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ», να αποσπά το 2005 βραβείο Σύγχρονου Ελληνικού Μυθιστορήματος στο 21ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποιητικής Πεζογραφίας. Ποιά ικανοποίηση σας έδωσε αυτό το βραβείο;


ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΠΟΥΛΙΑΡΗ: Το βραβείο αυτό για το πρώτο μου βιβλίο πραγματικά με συγκίνησε πάρα πολύ. Η ικανοποίηση που μου απέφερε ήταν ότι μ’ αυτό μπόρεσα να δείξω στην πράξη, στις κόρες μου κατ’ αρχήν αλλά και στους μαθητές μου, την αρχή που πάντα πρέσβευα, ότι «ποτέ δεν είναι αργά για να κάνεις μια καινούργια αρχή».

«Π»: Ως πτυχιούχος της Αγγλικής και Ελληνικής Φιλολογίας, ήταν μπορούμε να πούμε μια συνέχεια των σπουδών σας η συγγραφή; Ή η αγάπη σας, το μεράκι σας προς αυτήν;


Α.ΜΠ.: Το δεύτερο. Η αγάπη για τη συγγραφή προϋπήρχε από την εφηβεία.


«Π»: Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε;


Α.ΜΠ.: Μεγάλωσα με δυσκολίες και χωρίς ανέσεις σ’ ένα περιβάλλον όπου σίγουρα τα βιβλία ήταν πολυτέλεια και η αποκλειστική ενασχόληση με τη συγγραφή ουτοπικό θράσος. Όμως η οικογένειά μου και κυρίως η μητέρα μου με δίδαξε την αγάπη για τη μάθηση, την επιμονή και την αγωνιστικότητα.

«Π»: Ήσαστε αυτό που λέμε καλή μαθήτρια, επιμελής, με προδιαγεγραμμένη πορεία στα γράμματα;


Α.ΜΠ.: Ναι, χωρίς ιδιαίτερο κόπο ή φιλοδοξίες. Το αστείο είναι πως σε κάποια στιγμή της μαθητικής μου ζωής δεν ήξερα ποια καθηγήτριά μου να ακούσω ως προς τις μελλοντικές σπουδές μου, τη φιλόλογό μου ή τη μαθηματικό μου, μια που η καθεμιά της με προέτρεπε προς τη δική της κατεύθυνση. Νομίζω ότι τελικά υπερίσχυσε αυτό που αγαπούσα πιο πολύ και στο οποίο ήμουν όντως καλύτερη.

«Π»: Ως μητέρα τριών θυγατέρων, πώς διαχειριστήκατε την ευτυχία της μητρότητας με τις απαιτήσεις της και την αγάπη σας για την συγγραφή; Υπήρξε χρόνος; Τι στερηθήκατε;


Α.ΜΠ.: Μέχρι το 2001, οπότε παραιτήθηκα από τη θέση μου ως καθηγήτρια, δεν υπήρχε καθόλου χρόνος για τη συγγραφή, οι καταστάσεις ήταν από μόνες τους απαιτητικές και χωρίς τη συγγραφή. Από τη μια, τρία παιδιά στο σπίτι, για τα οποία ήθελα και θέλω να είμαι πάντα παρούσα, με την ακλόνητη άποψη ότι η μητρότητα είναι υποχρέωση αλλά και δικαίωμα που δεν θα εκχωρούσα σε κανένα, και από την άλλη τριακόσιοι μαθητές στο σχολείο για τους οποίους ήθελα να είμαι πάντα καλοδιάθετη, εργατική, σωστή και υποστηρικτική.
Όλα αυτά τα καθήκοντα επέτρεπαν μόνο ένα αλλοπρόσαλλο πλήθος χειρόγραφων σημειώσεων για μελλοντική χρήση. Γενικά, για χάρη της συγγραφής, στερούμαι προσωπική διασκέδαση και ύπνο.


«Π»: «Εγώ αγαπώ αυτή καπνίζει». Κρατώ το βιβλίο σας και ομολογώ ότι το διάβασα απνευστί. Μπορούν να μείνουν κρυμμένα ανομολόγητα τα μυστικά μας ολόκληρης ζωής;


Α.ΜΠ.: Φυσικά και μπορούν, αν πραγματικά το θέλουμε. Όμως, φαίνεται ότι μέσα στην ανθρώπινη ψυχή υπάρχει πάντα αυτή η παρόρμηση, η επιθυμία για εξομολόγηση των μυστικών μας και για παραδοχή της ενδότερης αλήθειας. Πάντως ο καλλιτέχνης τρέφεται από τα μυστικά του.

«Π»: Στη συγγραφή σας τι προσέχετε πολύ; Τι δεν σας αρέσει να κάνετε;


Α.ΜΠ.: Προσέχω πολύ τη γλώσσα, τη σύνταξη και τη γραμματική. Επιμελούμαι η ίδια τα γραπτά μου ως προς αυτόν τον τομέα, προτού τα δώσω για αξιολόγηση. Δεν μου αρέσουν οι αναλυτικές σκηνές σεξ, οι περιγραφές βίας και οι βωμολοχίες. Στα δικά μου γραπτά βρίσκω έναν τρόπο να τα αποδώσω όταν πρέπει, έχω όμως ένα προβληματάκι όταν καλούμαι να τα μεταφράσω. Κάτι άλλο που δεν μου αρέσει ιδιαίτερα να κάνω είναι να περικόπτω μια παράγραφο ή αντίθετα να την αναλύω, όπως ζητάει ο επιμελητής. 

«Π»: Είναι βιωματικά τα έργα σας;


Α.ΜΠ.: Και ναι και όχι. Προέρχονται από μένα αλλά προορίζονται για τον αναγνώστη. Έτσι, λοιπόν, ως χειρόγραφα υφίστανται επεξεργασία τέτοια που ακόμα και ένα πραγματικό γεγονός είναι πλέον αλλοιωμένο όταν συμπεριληφθεί στο βιβλίο. 

«Π»: Ποιοί χαρακτήρες σάς κεντρίζουν την προσοχή;


Α.ΜΠ.: Δεν με ελκύουν οι εξεζητημένοι χαρακτήρες, αλλά οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, της διπλανής πόρτας. Οι κύριοι χαρακτήρες των βιβλίων μου είναι γυναικείοι, και γύρω τους, όπως συμβαίνει και στη ζωή, περιστρέφονται και οι ανδρικοί, με πρωταγωνιστικό ρόλο, τουλάχιστον στα δύο προηγούμενα βιβλία μου. Μόνο στο «Εγώ αγαπώ, αυτή καπνίζει» οι άντρες βρίσκονται στο περιθώριο, σκιαγραφημένοι αχνά, και είναι του συζύγου, του κατά φαντασίαν εραστή και του φίλου. 

«Π»: Μένετε στο Λουτράκι. Ο χώρος αυτός της διαμονής σας πώς σας επηρεάζει στις εικόνες, στο εύρος των σκέψεων;


Α.ΜΠ.: Είμαι τυχερή γιατί ζω σ’ έναν υπέροχο τόπο που συνδυάζει θάλασσα και βουνό και μου προσφέρει ανελλιπώς ένα από τα ωραιότερα ηλιοβασιλέματα που υπάρχουν. Μια βόλτα στην παραλία ή λίγη περισυλλογή σ’ ένα απόμερο σημείο πλάι στο κύμα, είναι αρκετά για να αναζωογονήσουν το πνεύμα και να προσφέρουν απαντήσεις.

«Π»: Έχετε κάποιο σύστημα που ακολουθείτε για την συγγραφή ενός βιβλίου; Ποιά είναι η πρώτη σας σκέψη; Το έναυσμα;


Α.ΜΠ.: Όχι, δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο σύστημα. Κάποια στιγμή, εκεί που παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου και σκέφτομαι, μου έρχεται μια ιδέα, μια εικόνα και ξεκινάω να γράφω. Όμως από την πρώτη στιγμή, ξέρω ποιο είναι το θέμα του βιβλίου, ποιοι οι ήρωες και συνήθως ξέρω επίσης το τέλος.

«Π»: Όταν κρατήσατε στα χέρια σας το πρώτο αντίτυπο του έργου σας, ποιά τα συναισθήματά σας;


Α.ΜΠ.: Αν υποθέσουμε ότι η Λογοτεχνία είναι μια υπέροχη, τεράστια έπαυλη, στα ψηλότερα δώματα της οποίας κατοικούν οι Μεγάλοι Συγγραφείς και Ποιητές, αισθάνθηκα σαν να μου άνοιξαν την εξώπορτα και μου επέτρεψαν να μπω στον κήπο και να φυτέψω μια μαργαρίτα σε πέντε εκατοστά χώμα.

«Π»: Είναι χρέος, ευθύνη του συγγραφέα να δίνει μηνύματα, μέσω των έργων του;


Α.ΜΠ.: Είναι χρέος του να αντιμετωπίζει με σεβασμό τον αναγνώστη.

«Π»: Οι σχέσεις των ανθρώπων είναι αυτό που σας απασχολεί; Πώς τις αποτυπώνετε;


Α.ΜΠ.: Ναι, αυτές με απασχολούν περισσότερο και αυτές αποτελούν το θέμα των βιβλίων μου. Εστιάζω στις ανθρώπινες σχέσεις, ιδιαίτερα μέσα στην οικογένεια, και σε θέματα χωρίς φύλο, όπως πατρική απουσία - απόρριψη, συζυγική αποξένωση, βία, μοναξιά, φόβος, φιλία, ματαιωμένα όνειρα. Είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητη στο θέμα της παιδικής κακομεταχείρισης, της σεξουαλικής κακοποίησης, της ατομικής ελευθερίας.

«Π»: Ποιούς συγγραφείς θεωρείτε αξεπέραστους;


Α.ΜΠ.: Αξεπέραστοι είναι πάρα πολλοί και από την ελληνική και από τη διεθνή λογοτεχνία, αλλά ο χώρος δεν επαρκεί για να τους αναφέρω όλους! Ενδεικτικά θα αναφέρω τους αρχαίους έλληνες τραγωδούς, τον Σαίξπηρ, τον Έρνεστ Χεμινγουαίη, τον Αλμπέρ Καμύ, τον Τένεσι Γουίλιαμς, τον Άρθουρ Μίλλερ, την Ιζαμπέλ Αλλιέντε, την Μάργκαρετ Άτγουντ και την Άλις Μανρό. 

«Π»: Πώς λαμβάνετε την κατάσταση που επικρατεί γύρω μας και πως αυτή επηρεάζει την σκέψη σας;


Α.ΜΠ.: Στην αρχή ένιωσα θυμό, απογοήτευση και μια τάση φυγής. Αλλά σύντομα κατάλαβα το χρέος μου να είμαι αισιόδοξη, να  ανασκουμπωθώ και να φανώ καλός καραβοκύρης στη φουρτούνα. Άλλωστε η τύχη το έφερε να γεννηθώ σ’ έναν ευλογημένο τόπο με τεράστια πολιτιστική κληρονομιά, και επιπλέον η πείρα με δίδαξε ότι τα πιο σημαντικά στη ζωή δεν αγοράζονται. 

«Π»: Ποιά η αλλαγή συνθηκών στην καθημερινότητα στην πόλη που ζείτε στο Λουτράκι που παλαιότερα ήκμαζε;


Α.ΜΠ.: Στο Λουτράκι ήρθα για να μείνω μόνιμα το 1981 λίγο μετά το μεγάλο σεισμό, οπότε και πάλι ήταν δύσκολη η κατάσταση. Στη σημερινή καθημερινότητα με θλίβουν τα ατέλειωτα «ενοικιάζεται» ή «πωλείται» και η ανεργία των νέων.

«Π»: Η συγγραφή είναι επάγγελμα; Μπορεί να αποφέρει κέρδος οικονομικό;


Α.ΜΠ.: Ίσως για άλλους, όχι για μένα. Ούτε τόσο παραγωγική είμαι, ούτε έχω τόσο μεγάλο αναγνωστικό κοινό.

«Π»: Τα όνειρά σας χωρούν στις σελίδες που γράφετε;
Α.ΜΠ.: Μπορεί και να χωρέσουν…


«Π»: Τι ετοιμάζετε τώρα;


Α.ΜΠ.: Έχω ήδη τελειώσει ένα μυθιστόρημα το οποίο βρίσκεται «σε αναζήτηση του χαμένου εκδότη», και έχω μόλις ξεκινήσει ένα καινούργιο.

28/03/2014






Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε εδώ: http://www.palmosnews.gr στις 28 Μαρτίου 2014


Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=results&person=x&person_id=55327
http://www.goodreads.com/author/show/6448557


















Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

RELEASED MEMORY – by Angeliki Bouliari

What if... 

I didn’t sleep well. I woke up several times during the night only to find out in desperation that I had tight teeth and fists and it would still take long for the dawn. So about an hour before the alarm clock would sound, I decided to end this torture myself. I got up, had breakfast and got ready to go. It would be my first day at work.
I followed my friend’s, Ismini’s, instructions and went to the gas station, opposite the General Clinic and waited for Tony, her friend and my colleague in the near future, to pick me up and get me to School. It was very early in the morning and an unfamiliar chill made me think that I should have put on warmer clothes than this simple, grey, woolen suit. Few people and cars were on the street. I felt strangely cut off from the rest of the world, wrapped in a dreary, familiar silence.
What if nobody ever came to pick me up?

Sunday morning, after the Church. Four years old. I have well brushed brown, curly hair, decorated with a big, white bow tie, I am wearing a grey coat, black glossy leather shoes and white knee socks. I am outside a huge, shut door of a house. “Now, I’ll ring the bell and the door will open after a moment and Grandpa will come and take you inside. I’ll come back in the afternoon outside here to get you”, says Mum. 
Me and Mum live elsewhere, far from here. Alone. Dad is always away. He visits us sometimes, but he doesn’t stay with us, as it happens with the other children. Mum says he travels a lot for his business and that one day we’ll live altogether and I’ll have a baby sister. And Grandpa is very angry with Mum, but he loves his only little girl. 
Mum is very beautiful, with her dark long hair and the white-pearl necklace. As she bends to give me a kiss, her hair touches my cool face, tickling tenderly my cheek. I reach up and idly caress for a while the all round and shiny white pearls.Then, she takes her warm hand from mine, she rings the door-bell and flees, the street corner swallows her up. Grandpa delays, the huge shut door scares me and I start biting my nails.


ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ με τους "Δραπέτες του Ονείρου"- Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ

  ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ – ΜΕ ΤΟΥΣ "ΔΡΑΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ"  Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ 12-07-2025 Με το ...